Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Χωρίσαμε τη γη στη μέση. Κόψαμε την απόσταση στα δύο και τη θάλασσα ανάμεσά μ ας τη κάναμε ουρανό, γεμίζοντας τον με αστέρια, για να μας θυμίζει ένα παρελθόν πλημμυρισμένο από φως.
Κάθε βράδυ όμως, λίγο πριν κλείσουμε τα μάτια μας ξανά, εκδικούμαστε τα όνειρά μας τα κοινά. Εκείνα που δε ζήσαμε, που αφήσαμε στη μέση για να πάμε δήθεν παρακάτω. Τα καίμε σε μια νύχτα σκοτεινή, βάζοντας φωτιά σε όλα αυτά που θέλαμε να ζήσουμε, σβήνοντας κάθε ίχνος γραμμής που μας έφερνε κοντά. Και ύστερα πάλι ονειρευόμαστε ξανά, σα να συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Σα να βρισκόμαστε και πάλι στης νύχτας τα καμώματα που μας έθρεφαν, μας ζωντάνευαν και μας οδηγούσαν σε ένα ολέθριο πάθος χωρίς σταματημό.
Ποτέ όμως τα δικά μου όνειρα δεν έγιναν ξανά δικά σου και ούτε τα δικά σου ολοκληρωτικά δικά μου! Εσύ τα άφησες σε μιαν άκρη της ζωή σου και εγώ τα κλείδωσα σε ημερομηνίες ψεύτικες για να μην έχω να θυμάμαι.
Ένα σωρό σωτήριες προσευχές τα έχουν καλύψει μονομιάς, μήπως μπορέσουν και φτάσουν στα αυτιά των αγγέλων ταχυδρόμων, εισακουστούν και μπορέσω να ξεχάσω! Ένα σωρό σωσίβιες λέξεις που είχαν ειπωθεί να μπορέσουν να γίνουν ελπίδα για κάποιον άλλον που θέλει να συνεχίσει.
Αλλά μάταια. Οι λέξεις ακόμα επιπλέουν και οι προσευχές μου γυρνούν και πάλι πίσω σα να μη παρακαλούσα γι αυτές ποτέ. Ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα η αγάπη παλεύει για μια θέση ακόμα που αγκυροβολεί για μια δεύτερη δικιά μου ευκαιρία.
Όμως ξαφνικά η λογική επικρατεί και το συναίσθημα γίνεται κραυγή που σκίζει τον αέρα σε μια προσπάθεια επανασύνδεσης με τον ίδιο μου τον εαυτό, τονίζοντας για ακόμη μια φορά το « ότι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου, δε χωράει στη καρδιά μου».
