Γράφει η Ματίνα Νικάκη – MaGio
Περπατάω στη φωτισμένη πόλη, στο κέντρο. Βιτρίνες φωτεινές γύρω μου παντού, όμορφα στημένες, δελεαστικές για τους επίδοξους αγοραστές. Νιώθω πως θέλω να τα αγοράσω όλα. Μα δεν είμαι άπληστη, αυτές είναι όλες όμορφες. Οι κούκλες τους πανέμορφες, ενδόμυχα ίσως να τις ζηλεύω κιόλας. Κοντοστέκομαι και κοιτάζομαι ασυναίσθητα στις τζαμαρίες περνώντας και λέω στον εαυτό μου, κοίτα πώς είσαι έτσι. Διόλου φανταχτερή, ατημέλητη έως ένα βαθμό, με τα μαλλιά μου πιασμένα σε έναν πρόχειρο κότσο, ντυμένη αδιάφορα κι εμφανώς κουρασμένη.
Ας κάτσω να πιω λίγο καφέ σκέφτηκα παρακάτω, να ξαποστάσω, μ’ είχε πονέσει και η μέση μου, να στρίψω ένα τσιγάρο να σκεφτώ τα δικά μου. Στην πρώτη μου ρουφηξιά, ακούω μήνυμα στο κινητό μου και το κοιτάζω. Ευχές για τις γιορτές που έρχονται, από ένα φίλο, που κάθε χρόνο θα με θυμηθεί και δεν είναι ο μόνος. Είναι κάποιοι άνθρωποι που απλά τους γνώρισα κάποτε ίσως και πριν 100 χρόνια, είτε μέσω της δουλειάς, ή γιατί απλά έτυχε μέσω κοινών γνωστών και μέρες γιορτών θα σκεφτούν να μου ευχηθούν πάντα. Ημέρες που η οικογένειά μας είναι πρωταγωνίστρια και περιμένουμε πώς και πώς να τους χαρούμε, η σκέψη τους ταξιδεύει και σ’ εμένα, ίσως με θεωρούν οικογένεια τους.
Εμένα που κι αν έχω τσαλακώσει την εικόνα μου στη ζωή μου. Που οι συνθήκες ίσως περισσότερο να με ήθελαν τσαλακωμένη παρά τη γατούλα και το απόλυτο θηλυκό. Με μία εικόνα ενός κοριτσιού που έπρεπε να γυρίζει και σαν μπετατζής ώρες ώρες, αγχωμένη, συνοφρυωμένη, άλλοτε φωνάζοντας κι άλλοτε γελώντας δυνατά, καθημερινά όμως ατημέλητη. Μπορούσε το κορίτσι αυτό όμως όταν έπρεπε, να ανέβει και στα τακούνια της και να περπατήσει αγέρωχη, γεμάτη σιγουριά κι αυτοπεποίθηση μοσχοβολώντας αξιοπρέπεια.
Πώς να με θυμούνται άραγε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τι γεύση να έχω αφήσει στο μυαλό και την ψυχή τους.
Είναι πανέμορφες οι κούκλες στις βιτρίνες, τελικά όμως, αξέχαστες στις καρδιές των ανθρώπων μένουν οι κούκλες που τις βιτρίνες τις σπάνε. Αυτές που δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να τσαλαπατήσουνε το περιτύλιγμα τους χάμω και το φως τους να μπαίνει στις ψυχές των ανθρώπων βαθύτερα. Αυτές που παθιάζονται και είναι αυθεντικές σε κάθε τους στιγμή και όχι προσωρινά τέλειες.
Αυτές τις γυναίκες να ψάξεις σου λέω, τις κούκλες που έχουν τα κότσια να σπάνε τις βιτρίνες.
Φεύγοντας απ’ τον πεζόδρομο με κάτι λίγα ψώνια στο χέρι μου, αυτό που θυμάμαι είναι η χαρά και η συγκίνηση που ένιωσα με τις ευχές που αντάλλαξα με τον παλιό μου φίλο. Τις κούκλες δεν τις θυμάμαι καν γιατί η ζέστη της καρδιάς μου ήταν όλη κι όλη η θαλπωρή που λαχταρούσα!
