Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Το ξέραμε, έτσι δεν είναι; Από την πρώτη στιγμή. Από εκείνο το βλέμμα που διέλυσε κάθε λογική, κάθε άμυνα, κάθε «δεν πρέπει». Ήταν εκείνη η σιωπή, εκείνο το δευτερόλεπτο που κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο άντεχε η ασφάλειά μας, και ξέραμε. Δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής.
Δεν ήταν απλά έλξη. Ήταν φωτιά που άναψε πριν καν προλάβουμε να πούμε το πρώτο «γεια». Μια σπίθα που δεν χρειαζόταν πολλά για να γίνει φλόγα. Ήταν αυτός ο τρόπος που κοιτούσες, που έκαιγε κάθε δικαιολογία που μπορούσα να σκαρφιστώ. Ήσουν το λάθος που ήξερα από την αρχή ότι θα γινόταν το πιο όμορφο χάος μου.
Ξέραμε πως θα μπλέκαμε. Το αισθανθήκαμε στα πρώτα λόγια, στις πρώτες σιωπές. Δεν υπήρχε χώρος για «ίσως», ούτε για «κάποια άλλη στιγμή». Όλα ήταν εδώ, τώρα, σαν να τα είχε φέρει η ζωή επίτηδες, να μας βάλει σε μια δοκιμασία που κανείς μας δεν μπορούσε να αποφύγει.
Κι όταν ήρθε η πρώτη στιγμή που σε άγγιξα, το σύμπαν άλλαξε τροχιά. Δεν υπερβάλλω. Ένιωσα τη γη να χάνει τον ρυθμό της. Ένα άγγιγμα, μια στιγμή, κι όλα άλλαξαν. Ο κόσμος έγινε εσύ. Η ανάσα μου έγινε η δική σου. Κι αυτός ο δισταγμός που κουβαλούσαμε σαν ασπίδα, διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια.
Ξέραμε πως θα μπλέκαμε. Όχι γιατί το θέλαμε, αλλά γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Δεν ήταν απόφαση, ήταν μοίρα. Ένα παιχνίδι της ζωής που, για μια φορά, δεν έδινε περιθώρια διαφυγής. Μπορεί να ήταν τρέλα, μπορεί να ήταν ρίσκο, αλλά δεν μας ένοιαζε. Δεν μας ένοιαζε τίποτα, γιατί ήμασταν ήδη χαμένοι μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς.
Και τώρα που είμαστε εδώ, μπερδεμένοι σε αυτή τη δίνη, δεν μετανιώνω. Δεν μετανιώνω που βούτηξα μαζί σου. Γιατί, ξέρεις, οι πιο όμορφες ιστορίες γράφονται όταν σταματάς να φοβάσαι το μπλέξιμο. Και εμείς; Εμείς είμαστε η πιο όμορφη ιστορία.
