Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
Όλες μου οι μέρες, ψηφιδωτό από στιγμές που καταπνίγονται στη ρουτίνα της καθημερινότητας.. Βλέπω τα “θέλω” μου να ακρωτηριάζονται από τα “πρέπει” και μένω άπραγος. Τα βάζω με το “χρόνο” που δεν έχω, που ποτέ δεν μου είναι αρκετός. Τον ξορκίζω να με κρατήσει νέο, υγιή, δημιουργικό, ώστε να φέρω εις πέρας το έργο μου. Κι εκείνος μου γνέφει άλλοτε συμπονετικά κι άλλοτε μ’ειρωνεία. Κάποιες φορές με περιγελά και κάποιες άλλες προβάλλοντας λίγη από τη σοφία του, μου αποκρίνεται να γίνω συλλέκτης.
«ΓΙΝΕ ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ», μου λέει ξανά και ξανά.
Συλλέκτης ενός καιρού που όλο φεύγει, φεύγει, φεύγει..
Να μαζέψω τι; Τ’απομεινάρια του Χειμώνα που μ’άφησε κουσούρι έναν έρωτα λειψό. Ανάθεμα κι αν έμαθα τι πράγμα αποζητούσε ακόμη. Ανάθεμα κι αν μου έμεινε κάτι που δεν έδωσα για δαύτον.. Τι να πρωτομαζέψω;
Τα κιτρινισμένα φύλλα της καρδιάς μου, πού‘ναι πεσμένα χάμω; Το μυαλό μου, που αδυνατώ να βάλω δυο σκέψεις στη σειρά δίχως να υπάρχεις εσύ ανάμεσά τους; Τι να μαζέψω;
Στέρεψαν κι οι λέξεις μου. Λίγες κι αυτές. Λίγοι κι οι στίχοι, λίγοι κι οι φίλοι.. Όλα λίγα κι όμως τόσο ταιριαστά. Ανοίγω τα βιβλία και σημαδεύω τις σελίδες. Αγγίζω, προσπερνάω, υπογραμμίζω φράσεις που μου θυμίζουν το παρελθόν, φράσεις που “ονειρεύτηκαν” το μέλλον μου πριν από εμένα..
Δεν κοντοστέκεται ο χρόνος. Απλά περνάει, φεύγει, χάνεται..
Τι κι αν εσύ είσαι αναποφάσιστος κι απελπισμένος. Εκείνος αδιαφορεί.
Νιώθω γυμνός απέναντί του.. Παράξενη αίσθηση. Διαπερνάει το κορμί μου. Κάπου μ’αρέσει, κάπου μ’εξιτάρει αλλά στο βάθος με πονά.. Ναι, με πονά. Με κυνηγάει ή τον επιδιώκω άραγε; Τον φοβάμαι ή τον λατρεύω; Από τη μια παραπονιέμαι πως δεν μου φτάνει κι από την άλλη τον κλοτσάω για να φύγει..
Ίσως είναι καλύτερα τελικά να φεύγει, να κυλάει. Να παίρνει μαζί του, όλα τα άτονα χρώματα της πόλης που με περιβάλει. Όσα μ’απασχολούν, όσα με πληγώνουν, όσα με τρομάζουν, ξεγλιστρούν σιγά-σιγά από πάνω μου, τον πιάνουν από το χέρι, σκορπίζονται στο φεγγαρόφωτο και διαλύονται, γίνονται σκόνη. Με ανακουφίζει αυτό.. Νιώθω σαν σύννεφο, από εκείνα τα σκουρόχρωμα, τα γκρίζα που μόλις μαυρίσουν πολύ, ξεσπούν, αποβάλλουν τεράστιες ποσότητες νερού και μετά γαληνεύουν. Τα βλέπεις πιο ανάλαφρα, πιο ζωντανά. Παρατηρείς τα παιχνιδίσματά τους, μοιάζουν ανακουφισμένα.
Να ξεδιαλέγεις τα μπλε σύννεφα από τα γκρίζα και να ταξιδεύεις μαζί τους, ακούς; Είναι σπουδαίοι δάσκαλοι τα σύννεφα.
