Γράφει η Γεώρα
Υπάρχουν κάτι βράδια, μωρό μου, που η επιστροφή σου σε μένα είναι αναγκαία. Υπάρχουν κάποια βράδια, που δεν παλεύονται, γιατί είμαστε χώρια. Και αυτό το χώρια δε μας πάει. Δε μας κάθεται καλά. Είναι εκείνα τα βράδια που η μοναξιά γίνεται απειλητική και ασφυκτικά ανυπόφορη. Εκείνα τα βράδια, που αν δεν ακούσω τη δική σου καληνύχτα, κάτι μένει κενό. Και αυτό το κενό δε γεμίζει με τίποτα. Όσες λέξεις και αν γράψω πάνω στο χαρτί, όσο και αν την απουσία σου την ενσαρκώσω, τη ντύσω με λέξεις, εσύ λείπεις ακόμα πιο πολύ.
Υπάρχουν κάποια βράδια, που το άρωμά σου γίνεται εμμονή. Είναι εκείνο το πουκάμισό σου που ξέχασες και ποτέ δεν ήρθες να το πάρεις. Εκείνο που έχω στη ντουλάπα μου κρεμασμένο και κάθε που την ανοίγω αισθάνομαι εσένα. Έτσι σε έχω φυλακισμένο στην καρδιά μου, φορώντας το άρωμά σου για πανοπλία από τα συναισθηματικά χτυπήματα.
Είναι αυτά τα βράδια, που τα φιλιά σου μου λείπουν σαν το οξυγόνο! Που ζητάω απεγνωσμένα να ακούσω τη φωνή σου και καταλήγω με το κινητό στο χέρι και με έναν εαυτό να με παρακινεί να σου τηλεφωνήσω. Εκείνα τα βράδια που χάνω τη λογική, το χρόνο, τα πάντα. Που το μόνο που θέλω είναι εσένα στο πλάι μου! Εκείνα που μένουν κενά, λειψά και κρύα, γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω! Εκείνα τα βράδια, που ξημερώνουν πρωινά, που δεν παλεύονται ούτε με τρεις καφέδες.
Είναι η απουσία σου βαριά και κάποια βράδια σαν το σημερινό δίκοπο μαχαίρι το κενό που έχεις αφήσει. Είναι και κάποια βράδια, μωρό μου, αξημέρωτα χωρίς εσένα. Κάποια, που η επιστροφή σου σε εμένα είναι αναγκαία!
