Γράφει η Λίνα Παυλοπούλου
Γιατί φοβάσαι;
Γιατί είσαι τόσο απόμακρος ακόμα; Τι φοβάσαι;
Aφού με κέρδισες από την πρώτη τυχαία μας εκείνη συνάντηση.
Αφού με κέρδισες όταν σε είδα να με περιμένεις μπροστά από εκείνο το εκκλησάκι.
Αφού με κέρδισες με εκείνη τη μικρή βόλτα μας στην ακροθαλασσιά.
Γιατί φοβάσαι;
Aκόμα και το κενό της γνωριμίας μας, με έφερε ακόμα πιό κοντά σου, δεν το κατάλαβες;
Τι φοβάσαι; Ακόμα τόσο κλειστός και παγωμένος.
Η σκέψη μου ταξιδεύει σε σένα μήνες τώρα! Πόσο να περιμένω πια; Αν θέλεις να έρθεις, είμαι εδώ.
Ανοιξε την καρδιά σου, μη φοβάσαι. Αφού είμαστε καμωμένοι από την ίδια πάστα!
Οσο φοβάσαι εσύ μην πληγωθείς, άλλο τόσο φοβάμαι κι εγώ!
Ομως μέσα από το φόβο δεν ζούμε κι εγώ θέλω να ζήσω, να ερωτευτώ, να αγαπήσω και πάλι, αληθινά, βαθιά, δυνατά!
Να ερωτευτώ σα να είναι η πρώτη μου φορά όμως αλλιώτικα χωρίς εκείνο το εφηβικό πάθος, εκείνη την τρέλα που όταν φεύγει, βλέπεις μπροστά σου κάτι άλλο από αυτό που είχες ερωτευτεί!
Ο έρωτας στα χρόνια της ωριμότητας είναι μεστός, είναι συνειδητός, είναι όλα αυτά που δεν έχεις ζήσει! Χωρίς το πέπλο της παρόρμησης και της ατελείωτης δικαιολογίας..
Συνειδητά να αφήνεσαι να σε συνεπαίρνει αυτό που φοβάσαι, το αλλιώτικο, εκείνο που δεν έχεις γευτεί ποτέ σου..
Να ξαναγίνεσαι δεκαοχτώ χρονών και να λαχταράς το πρώτο φιλί σα να είναι το πρώτο σου φιλί! Σα να είναι ο πρώτος έρωτας…
Τι φοβάσαι; Oσο πετυχημένος και να είναι ένας άνθρωπος στα επαγγελματικά του, όσο και να πραγματοποιήσει το όραμά του, το στόχο του, φτάνει σίγουρα η στιγμή που αν αυτό δεν το μοιράζεται, είναι μισακό.
Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη!
Απλωσα τα χέρια μου, μη φοβάσαι! Ακούμπα την καρδιά σου να στην ζεστάνω δίπλα στη δική μου…
Αφού το ξέρεις, ζωή που δεν μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη!
