Γράφει η Έλενα Καρανικολού
Βάλτωνε εκεί μέσα.
Είχε πάρει κάποτε μια γλάστρα με μια γαρδένια. Λάτρευε τις γαρδένιες, το άρωμα τους, την ευαίσθητη φύση τους.
Πόσο καιρό έστεκε εκεί, αιώνες καρφωμένη στην καρέκλα της, αυτή και η γαρδένια της?
Κάποτε τα λευκά της πέταλα ήταν μυρωδάτα και υπερήφανα, τώρα χιλιάδες χέρια την είχαν αγγίξει κι έχανε όλο και πιο πολύ την μεταξένια υφή της και το άρωμα, εκείνο το μεθυστικό της άρωμα.
Οι άνθρωποι-λουλούδια έρχονται με οδηγίες χρήσεως, όμως και εγώ όπως και εσύ αγάπησα το μοναδικό μου λουλούδι αποπνικτικά.
Το πότιζα και το έβγαζα στον ήλιο, το άγγιζα, του μιλούσα και το νανούριζα, μέχρι και φυλαχτά του κρέμασα.
Φυσούσε και εκείνο τέντωνε τα κλαδιά του από το σπασμένο παράθυρο κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να το κρατήσω ή να το ελευθερώσω για πάντα…
Έβρεχε και γελούσε δυνατά, ήξερε να τιθασεύει την βροχή, της έδινε σχήμα .
Ήθελε να το αγαπώ, μα με μια αγάπη που δεν ήξερα.
Κι όταν επαναστάτησε σε συμφωνία με κάποιο βόριο άνεμο, έσπασε την γλάστρα του. Και λίγο πριν ξεψυχήσει, με δάκρυα στα μάτια το πήρα στα χέρια και άρχισα να τρέχω στο πιο κοντινό πάρκο.
Θα το(ν) ελευθέρωνα για πάντα.
