Γράφει ο Βασίλης Αβραμίδης
Σταματάει, χαιρετάει, κάνει τρεις φορές τον σταυρό του για γούρι και έπειτα αρπάζει τα κλειδιά με αποφασιστικότητα και ανοίγει την κάτω πόρτα. Κατευθύνεται αγχωμένος προς το ασανσέρ με κομμένη ανάσα και γοργό βηματισμό. Μπαίνει μέσα, κοιτιέται λίγο στον καθρέφτη και γυρνάει πλάτη.. «Στον 3ο πηγαίνουμε, άντε και ο θεός βοηθός» Το ασανσέρ για κακή του τύχη πηγαίνει γρήγορα οπότε δεν αργεί να φτάσει στον όροφο. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει να ψάξει το κατάλληλο κουδούνι για να ξεκλειδώσει. Οι οδηγίες ήταν σαφέστατες αλλά τον είχε καταβάλει τόσο πολύ το άγχος που ούτε τα κλειδιά δεν μπορούσε να κρατήσει καλά-καλά. Το βρίσκει και βάζει το κλειδί στην κλειδωνιά μα αργεί να ξεκλειδώσει, δεν έφταιγε όμως το κλειδί αλλά αυτός από την ανυπομονησία του πλέον δεν έβλεπε μπροστά του. Η πόρτα άνοιξε και μετά από τόσο καιρό υπομονής επιτέλους αντίκρισε αυτό που επιθυμούσε.
Αυτή καθόταν στον καναπέ και ασχολιόταν με το κινητό έχοντας τα πόδια της στο τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά της. Δεν τον είχε καταλάβει, ούτε καν τον περίμενε. «Μα τι στο καλό, κόλλησε η παλιόπορτα» ακούγεται η φωνή του.. Γυρίζει το κεφάλι της να δει ποιος είναι αν και είχε καταλάβει, ήταν χαρακτηριστικός ο ήχος της φωνής του και τον είχε ακούσει ήδη αρκετές φορές. Δεν μιλάει, μόνο κοιτάζει.. έμεινε αρκετή ώρα να τον κοιτάζει, αυτός κατευθύνεται προς το μέρος της και πλέον τόσο χαλαρά, σαν να μην συνέβη τίποτα, σαν να το ζούσε καθημερινά όλο αυτό. Προσπαθούσε να φαίνεται χαλαρός για να μην φρικάρει τον άνθρωπο του, ήθελε να χειριστεί σοφά την κατάσταση και νομίζω πως τα κατάφερε. Ξάπλωσε δίπλα της αφού πρώτα της έκανε μια μικρή παρουσίαση από το δωράκι που της είχε πάρει. Την κοίταζε την ξανακοίταζε, τον κοιτούσε και εκείνη, μα τέτοια βλέμματα.. τέτοια βλέμματα δεν είχα ξαναδεί. Ήταν γεμάτα καθαρότητα, γεμάτα ανακούφιση, γεμάτα λαχτάρα. Δύο άνθρωποι, δύο ψυχές, δύο σώματα σμίξανε για πρώτη φορά. Και η επανάσταση μέσα τους μόλις είχε ξεκινήσει… εκρήξεις συναισθημάτων.
Έσκαγαν απανωτά φιλιά, αγκαλιές, ματιές και όλα τόσο καυτά που δεν τολμούσες να αγγίξεις κάποιον από τους δύο. Για κάμποση ώρα δεν μιλούσαν μέχρι που τελικά πήραν την απόφαση να πούνε τα δικά τους όπως συνήθιζαν να λένε.. Αράξανε στον καναπέ και μιλούσαν, μιλούσαν, μιλούσαν, μέχρι που.. Μέχρι που την συζήτηση διέκοψε ένα φιλί στο στόμα.. ένα φιλί γεμάτο πάθος και έρωτα, ήταν το πρώτο μα σίγουρα δεν ήταν και το τελευταίο. Ήταν μόλις η αρχή για κάτι καινούργιο και ένα τέλος για το παρελθόν, ήταν τότε που η ελπίδα ξαναγεννήθηκε και φώναζε τα ονόματα τους. Έπειτα ετοιμάστηκαν γρήγορα να βγούνε μια βόλτα στην παραλία, θέλησαν να πάρουν λίγο αέρα γιατί με τον αέρα που είχαν πάρει τα μυαλά τους το σπίτι θα γινόταν κολαστήριο. Όταν πλέον γύρισαν ήταν και οι δύο κουρασμένοι, επειδή η μέρα τους ήταν πολύ φορτική.. Θέλησαν να κοιμηθούν και έτσι ξάπλωσαν και οι δύο στο ίδιο κρεβάτι.
Ένα κρεβάτι το οποίο βαριά χωρούσε τον έναν και μόνο, εκείνο το βράδυ χώρεσε και αγκάλιασε και τους δύο τους. Αγκαλιά όλο το βράδυ, βλέμματα ατελείωτα, χάδια γεμάτα στοργή, αγκαλιές γεμάτες γλυκύτητα, σιωπές γεμάτες τόμους βιβλίων. Εκείνος ήθελε να φωνάξει από την χαρά του και εκείνη τον κοιτούσε με ένα βλέμμα σαν να του λέει, κάνε αυτό το βράδυ να μην τελειώσει. Εσύ που ότι λες μπορείς και το κάνεις, κάνε και αυτό και κρύψε τον ήλιο στην αγκαλιά σου και σπάσε τα ρολόγια μέσα στα δύο σου χέρια και έπειτα πάρε με αγκαλιά, μόνο στην δική σου ξαποσταίνω. Μέσα στον ύπνο του αυτός ξυπνούσε να βεβαιωθεί πως την έχει στο πλάι του. Αυτή ξυπνούσε, τον αγκάλιαζε, έβγαζε ήχους ευχαρίστησης και εκείνου του σηκωνόταν η τρίχα από την ανατριχίλα του..
Ξημερώνει, τι ώρα είναι τον ρωτάει με αγουροξυπνημένη φωνή αυτή, 8 είναι ακόμα αγάπη μου.. κοιμήσου απαντάει αυτός με τον ίδιο τόνο. Δεν ξεκόλλαγε ο ένας από τον άλλον, η νύχτα τους άνηκε, η μέρα τους άνηκε.. οι 16 ώρες είχαν χαραγμένα τα ονόματα τους και όταν αυτές τελείωναν, ένα φιλί και μια ελπίδα πως όλα αυτά ήταν μια αρχή χωρίστηκαν παίρνοντας ο καθένας τον δρόμο που του ανήκει.. Μια στιγμή, 16 ώρες, δύο χαμόγελα, δυο άνθρωποι, δυο σώματα, δύο ψυχές, δύο αγκαλιές, δύο οχτάωρα.. Η αρχή της ευτυχίας και η γέννηση της ελπίδας. Στις 16 ώρες σταμάτησε το ρολόι..
