Γράφει η Βίλλυ Ζ.
Και λες ζω στη ρουτίνα μου..
Μια συνέχεια επαναλαμβανόμενη, χωρίς εναλλαγές, από την οποία απουσιάζει η πρόκληση. Σηκώνεσαι βαρύς και πίνεις γρήγορα τον σκέτο σου καφέ, γιατί σε όλα είσαι απόλυτος. “Νερό” κάθαρσης για να ξεκινήσει μια καινούρια μέρα. Ντύνεσαι με ρούχα που δε σε πολυνοιάζουν και ξεκινάς τη διαδρομή σου.
Κόσμος περνά από δίπλα σου σαν να σε τριγυρίζει, εκνευρισμένος, βιαστικός, χωρίς εκφράσεις. Και κάπου εκεί μια μικρή σκέψη σε κάνει να χαμογελάσεις. Εκείνη τη μικρή στιγμή που όλα γεμίζουν χρώματα και αποκτούν μια μοναδική σημασία που κανείς δεν μπορεί να καταλάβει.
Δεν υπάρχουν οι λέξεις για να περιγράψουν αυτό που νιώθεις.
Σε γεμίζει μια θέρμη και βγάζεις το κινητό σου για να γράψεις. Ακόμα κι αυτός ο τρόπος μοιάζει τόσο λίγος για να μεταφέρεις μια σκέψη καρδιάς. Το αφήνεις, άλλωστε θα ναι σκόρπιες λέξεις που δε θα συναντηθούν ποτέ με αληθινή πράξη.
Τί δε θα δινες να τα παρατήσεις όλα και να τρέξεις μακριά, να βρεις την αγκαλιά που αναζητάς και να χαθείς στη δική της στιγμή. Να απολαύσεις τον ήλιο με μια βόλτα σε μια πόλη που αλλάζει όψεις, με γρήγορες εναλλαγές, σε μια πόλη που αλλάζει τοπία απειλώντας τη ρουτίνα σου.
Μετανιώνεις. Η λογική σε επαναφέρει σε μια πραγματικότητα που κινείται στα γκρι. Το φίλτρο της σχεδόν σε κάνει να νιώθεις ενοχικά που σκέφτηκες έστω και για μια στιγμή να φανείς ασυνεπής. Θυμάσαι την τελευταία φορά που άφησες τον εαυτό σου να ζήσει. Που η λογική σου δεν ήταν αρκετή να σε κρατήσει, που έφυγες.
Το χαμόγελο χάνεται κι επανέρχεσαι σαν από λήθαργο. Έχεις ήδη φτάσει στον προορισμό σου. Όχι δεν έχει καμία σημασία να βάλεις μια μάσκα χαράς, γιατί δεν το νιώθεις. Ήρθε η ώρα να φτιάξεις καινούριες εικόνες ρουτίνας, για να συμπληρώσεις τις προηγούμενες. Οι λέξεις που μπορούν να είναι συνεπείς με το λόγο σου επανέρχονται και η μέρα ξεκινά επίσημα.
