Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Αν ήθελες να με προσέχεις, να ήσουν εδώ. Απλά πράγματα. Όχι δηλώσεις, όχι υποσχέσεις, όχι «ξέρεις πόσο σε νοιάζομαι». Πράξεις. Αλλά πράξεις δεν είδα. Είδα μόνο λόγια που έμειναν να αιωρούνται, σαν το χρέος που δεν πλήρωσες ποτέ.
Και τώρα, τι θες; Να εμφανίζεσαι από το πουθενά, με το ύφος του σωτήρα; Να μιλάς για φροντίδα, όταν την άφησες να γίνει ένα βάρος που σήκωσα μόνη μου; Κάπως αργά δεν το θυμήθηκες;
Ξέρεις τι έχω μάθει; Όταν σε προσέχεις μόνος σου, όταν μαζεύεις τα κομμάτια σου, όταν σταθείς όρθιος χωρίς να σου δίνει κανείς το χέρι, συνειδητοποιείς κάτι απλό: αυτοί που δεν ήταν εκεί όταν έπρεπε, δεν έχουν δικαίωμα να είναι εκεί όταν το θέλουν.
Εσύ ήσουν η απουσία σου. Ήσουν η απόφαση να βάλεις τον εαυτό σου πρώτα και εμένα στην αναμονή. Και τώρα τι; Θες να έχεις και άποψη; Να κρίνεις, να μιλήσεις, να το παίξεις «ξέρω καλύτερα»; Δεν έχεις κανένα δικαίωμα. Το έχασες τη στιγμή που έμεινα μόνη μου να μαζεύω τα σπασμένα.
Με προσέχω εγώ. Και ξέρεις κάτι; Το κάνω καλύτερα από ό,τι θα μπορούσες ποτέ. Γιατί έμαθα ότι η φροντίδα που δίνεις στον εαυτό σου δεν συγκρίνεται με τη μισή φροντίδα που προσφέρει κάποιος «όταν έχει χρόνο».
Άρα, κάνε μου μια χάρη. Αν δεν ήσουν εδώ όταν σε χρειαζόμουν, μην τολμήσεις να προσποιηθείς ότι με νοιάζεσαι τώρα. Το μόνο που σου έμεινε να κάνεις είναι να σωπάσεις.
