Γράφει ο Άγγελος Μοναχικός
Κάθε σούρουπο,την ίδια ώρα,στο γνωστό σημείο.
Να χαζεύω τις αναμνήσεις των άλλων, να κοιτώ τις συμπεριφορές τους και να μετρώ τα βήματα τους.
Κι όταν σταματούν να κινούνται τα πάντα.
Τότε.
Ξημερώνει η νύχτα μου.
Ανοίγω τα φτερά μου και δεν λογοδοτώ σε κανέναν.
Ξεκουμπώνω τις σκέψεις μου και ανοίγουν τα φτερά τους για την άλλη διάσταση που την λένε Ζωή.
Γιατί εδώ δεν ζεις.
Πεθαίνεις.
Κάποτε ένιωθα να μην με βυθίζει τίποτα.
Ότι με άγγιζε το μόνο που μου πρόσφερε ήταν ώθηση για να πετάξω όλο και πιο ψηλά.
Αυτό ήταν Ζωή.
Τώρα μόνο οι σκέψεις μου μπορούν να ζήσουν κι εκείνες μόνο όταν οι άλλες σιωπούν.
Και στο καληνύχτισμα της ημέρας, δειλά ξεπροβάλλουν οι σκέψεις τους.
Καλώ τις δικές μου πίσω στο Θάνατο μέχρι το επόμενο σούρουπο για να ξαναζήσουν.
Ως τότε χάνομαι στο μαύρο που έμαθα να ζω, εκεί που έμαθα να επιβιώνω.
Εκεί που το οξυγόνο δεν είναι απαραίτητο.
Και ξέρεις γιατί;
Γιατί μέσα σε λίγες ώρες νύχτας, ξεγλιστρώ απ’ το Θάνατο.
Τόσο καλά μπορώ να με ξεγελάσω.
Βρες το σημείο σου.
Και το σούρουπο όταν θα είσαι έτοιμος.
Φυγάδευσε τις σκέψεις σου,τουλάχιστον να ζήσουν εκείνες.
Ενώ για εσένα.
Είναι ακατόρθωτο.
