Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Γελάμε, μιλάμε και κρύβουμε περίτεχνα κάθε ψήγμα πόνου την ημέρα. Την αφήνουμε να μας παρασύρει στους ρυθμούς της, με ένταση μεγάλη σαν να ζούμε μέσα σε ανεμοστρόβιλο, τόσο γρήγορο που δεν προλαβαίνουμε να καταλάβουμε τι νιώθουμε.
Έρχεται όμως η νύχτα που όλα ησυχάζουν, πέφτουν, ηρεμούν και τότε όσα προσπαθήσαμε να σκεπάσουμε βγαίνουν στην επιφάνεια, έρχονται απέναντι μας κι εμείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι τους. Κοιτάζουμε τον πόνο κατάματα κι εκείνη είναι η στιγμή της κρίσης. Μόλις χαράξει και πάλι ο ήλιος θα είμαστε ή νικητές ή ηττημένοι.
Εκεί καταλαβαίνεις τι γίνεται σε εκείνη τη στιγμή μόλις ο ήλιος φωτίσει τα πάντα. Οι άνθρωποι είμαστε περίεργα πλάσματα, σαν να είμαστε δύο διαφορετικά πρόσωπα, μέσα σε ένα σώμα. Άλλοι τη νύχτα κι άλλοι τη μέρα. Την μέρα τρέχουμε βιαστικά. Δουλειά, υποχρεώσεις, έντονοι ρυθμοί. Όταν κάποιος μας ρωτήσει «πώς είσαι;» όλοι πάντοτε απαντάμε με το τυπικό «είμαι καλά».
Το βράδυ όμως, που είσαι μόνος, ποιος είσαι; Εκείνη την στιγμή που μένεις μόνος με τον εαυτό σου, στην ησυχία, που μπορείς και προλαβαίνεις να ακούς τις σκέψεις σου τι νιώθεις; Αν σε ρωτούσαν εκείνη τη στιγμή «πως είσαι;» θα έλεγες «είμαι καλά»;
Κι αν το έλεγες θα ήταν αληθινό ή υποκριτικό; Έχουμε μάθει να κρύβουμε αυτά που νιώθουμε έχουμε μάθει να είμαστε μόνιμα σε μία αμυντική κατάσταση. Νιώθουμε λες και όλοι γύρω μας έχουν γεννηθεί για να μας πληγώσουν, για να μας κατατροπώσουν, δεν είναι έτσι όμως. Μπορεί να υπήρξαν, να υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι μας έχουν πονέσει και θα μας πονέσουν μα δεν είναι όλοι τους κακοί. Ακόμα κι αυτοί που μας πόνεσαν, δεν νομίζω να το έκαναν από κακό ή σκόπιμα.
Σκεφτείτε λίγο, ίσως πονούσαν κι εκείνοι. Ναι δεν λέω πως είναι σωστό, αν πονάς, να πονέσεις ίσως είναι όμως μία μικρή αιτιολόγηση. Σαν άνθρωπο πάντα μου άρεσε να βάζω τελείες να κλείνω τα «γιατί». Με αυτό τον τρόπο λοιπόν όλα τα αναπάντητα ερωτήματα που έμειναν στον αέρα, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πάντα πρόθυμοι να σου απαντήσουν, απαντώνται.
Τελικά ποιοι είμαστε τα βράδια;
