Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Νόμιζες πως με ήξερες. Πολλοί το νόμιζαν αυτό. Το ευάλωτο, άβουλο κορίτσι που δεν μιλά πολύ. Ποιος με ξέρει τελικά εάν δεν κατάφερες ούτε κι εσύ να καταλάβεις ποια πραγματικά είμαι; Αφού ούτε κι εσύ είδες τι έχω μέσα μου. Ούτε κι εσύ έχεις ιδέα.
Σε έναν κόσμο ψεύτικα ιδεαλιστών ανθρώπων, κάλπικων εγώ επέλεξα συνειδητά την σιωπή, έως την ημέρα που θα άξιζε να μιλήσω. Έως την ημέρα που θα είχα κάτι ουσιαστικό να πω και όχι απλώς να ανοίξω το στόμα μου.
Εσύ όμως; Ούτε κι εσύ; Αυτό ήταν που με πονάει περισσότερο. Πως γίνεται εσύ να μην κατάλαβες ποτέ ποια είμαι; Πως; Πως γίνεται να είσαι κι εσύ σαν τους άλλους; Όλους αυτούς που μένουν πάντοτε στο εξώφυλλο και δεν κάνουν τον κόπο να διαβάσουν το βιβλίο ολόκληρο; Για εσένα οι λέξεις έχουν σημασία, βαρύτητα και ουσία.
Πως; Νοιαζόμαστε προσποιητά, ψεύτικα. Ρωτάμε κάποιον “τι κάνεις;” Από υποχρέωση. Κάποτε μου είχες πει πως πάντα θα μου τηλεφωνείς να δεις τι κάνω. Ένα ακόμη ψέμα μαζί με τα υπόλοιπα. Μαζί με το ότι με νοιάστηκες, μαζί με το ότι ήμουν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος για εσένα. Σαν να μαζεύτηκαν πολλά δεν νομίζεις;
Τελικά μετά από καιρό το αντιλαμβάνομαι. Δεν φταις εσύ, μα οι προσδοκίες μου. Πίστευα εσφαλμένα πως ήσουν κάτι διαφορετικό, κάτι άλλο, κάτι μαγικό. Όλα αυτά όμως τα πίστευα μόνη μου. Ίσως γιατί ήθελα να είσαι διαφορετικός, δεν ήθελα να είσαι με την μάζα.
Στα μάτια μου ήσουν μονόκερος σε έναν κόσμο αλόγων. Εσύ είχες το μαγικό κέρας. Διέφερες. Ξέρεις όμως ποιο ήταν το πρόβλημα; Πως δεν υπάρχουν μονόκεροι. Είναι πλάσματα μυθικά, φανταστικά. Βγαλμένα από τα παραμύθια.
Όλα αυτά ίσως γιατί ενδόμυχα είχα την ανάγκη να αποδεχτώ εγώ τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια σου, μέσα από την δική σου αποδοχή. Ένιωθα πως μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που θαυμάζεις γίνεσαι αποδεκτός. Μέσα από τα δικά σου μάτια. Θέλω όμως να σε ευχαριστήσω.
Το γεγονός πως δεν με αποδέχτηκες ποτέ γι’ αυτό που πραγματικά είμαι, με έκανε αυτό που είμαι σήμερα. Με σμίλευσε σαν άνθρωπο. Με σκλήρυνε, μου έμαθε πως δεν χρειάζεται όλος ο κόσμος να ξέρει και να βλέπει αυτό που είμαι. Μονάχα όσοι το αξίζουν πραγματικά. Μονάχα αυτοί.
