Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
Πάντα με εκνεύριζε η ασυνέπεια και ο ζαμανφουτισμός. Αυτα τα “έλα μωρέ κι αύριο μέρα είναι” κι εκείνα τα “ξεχάστηκα, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα”, ποτέ δεν τα κατάλαβα.
Το σήμερα υπάρχει για να σηκωθείς απ’το κρεβάτι σου και να τολμήσεις, να ρισκάρεις, να προσπαθήσεις και τα ρολόγια, για να σου υπενθυμίζουν πως περνάει η ώρα κι ίσως στο “μετά” που ποντάρεις, να μην προλάβεις.
Κι ίσως στο”μετά” να είναι αργά.
Σου μιλούσα, προσπαθούσα να σε “ταρακουνήσω”, όμως εσένα δε σε ένοιαζαν αυτά… εσύ με κοιτούσες σχεδόν αποβλακωμένος, ανακατεύοντας τον φραπέ σου με το καλαμάκι και πού και πού έσκαγες κι ένα χαμόγελο.
“Σε γουστάρω” έλεγες, και θεωρούσες πως είναι αρκετό.
Κι όσο εσύ θεωρούσες πως δύο κουβέντες είναι αρκετές, τόσο απομακρυνόμουν εγώ.
Όσο εσύ πίστευες πως η κατάσταση είναι ελεγχόμενη, εγώ είχα ανοίξει την βαλίτσα μου και τη γέμιζα..με τι;
Με κάτι εφηβικούς ενθουσιασμούς που είχαν περισσέψει και κάνα δυο προσδοκίες, ξέρεις απ’αυτές που έχουν οι αθεράπευτα ρομαντικοί…
Όσο εσύ ένιωθες ανακούφιση που πια δεν σου γκρινιάζω, εγώ είχα ήδη κλείσει πίσω μου την πόρτα.
Αφήνοντάς σε μ’ ένα φραπέ κι ένα ρολόι. Κι έχοντας την απορία για το ποιος τελικά θα κερδίσει…Για μας;
Όχι, δεν έχω καμία απορία για μας. Το δικό μας παιχνίδι μόλις έληξε. Ένα παιχνίδι κερδισμένο από τα αποδυτήρια.
Ήταν δικό σου το παιχνίδι, γιατί ήμουν εγώ δική σου.
Ένα παιχνίδι ακαριαία κερδισμένο από σένα, γιατί ακαριαία σ’είχα ερωτευτεί. Κι όμως το έχασες…
Κατάφερες κι έχασες ένα παιχνίδι κερδισμένο, ρε γαμώτο. Κατάφερες να με χάσεις… Χωρίς υπογραφή στο φύλλο αγώνος. Χωρίς φιλί…
Θα μου λείψεις, βλάκα.
