Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Πάλευε από μικρή. Στηριζόταν στα πόδια της και προχωρούσε από 12 μόλις, μηνών.Είχε ένα πείσμα, μια τόλμη, έναν αέρα αυτοπεποίθησης που την ακολουθούσε από παιδί.
Ήταν χείμαρρος, ζωντανός. Ορμητικό ποτάμι που έπαιρνε στο διάβα του ότι έβρισκε μπροστά του. Δε μπορούσε στιγμή να μείνει σιωπηλή μπροστά σε αυτά που πίστευε ότι την αφορούσαν. Μιλούσε και η φωνή της ακούγονταν στη διαπασών σα να ήθελε να περάσει το μήνυμα στην απέραντη όχθη.
Έκανε μπαμ. Έσκαγε. Τα λέγε όλα πολύ και τα ένιωθε όλα πολύ. Δεν άφηνε τίποτα ελεύθερο στον αέρα χωρίς να ειπωθεί. Έσκιζε τα σύννεφα κάθε μέρα που περνούσε κι έφερνε την άνοιξη στο πρόσωπο της ακόμα και αν ο καιρός της, πήγαινε αντίθετα.
Δε την ένοιαζε αν θα χάσει, αν θα κερδίσει, πόσο τι συμφέρει το ένα, πόσο υπολογίζεται το άλλο. Τα έπαιζε όλα για όλα. Ρίσκαρε ακόμα και αν δεν ήταν σίγουρη για το αποτέλεσμα. Το ρίσκο έφερνε χαρά ακόμα και αν δε της έβγαινε πάντα αυτό που ήθελε. Όλα ή τίποτα και συνέχιζε. Αν όχι όλα, τίποτα. Δε τη πείραζε . Είχε μάθει στο περίμενε, στο ποτέ και στο άλλη φορά.
Οι γύρω της τρόμαζαν. Κάρφωναν τα μάτια τους πάνω της και συνέχιζαν το δρόμο τους σιωπηλοί. Άλλοι φώναζαν στο πέρασμα της. Άλλοι έμεναν και την ακολουθούσαν. Μερικοί την εγκατέλειψαν
στη διαδρομή και οι περισσότεροι τη θαύμαζαν αφήνοντας της από ένα κρυφό φιλί στο μάγουλο, έτσι για επιβράβευση.
Αυτή ήταν. Αυτή συνέχιζε να είναι ακόμα και στα πιο βαθιά της γεράματα. Γιατί αυτό που πίστευε το πολιορκούσε. Αυτό που λαχταρούσε το διεκδικούσε. Αυτό που είχε ονειρευτεί είχε γίνει!
Μαζί της όλοι. Δίπλα της, ελάχιστοι αλλά τα κατάφερε.
Με τη δύναμη της θέλησης μπορείς τα πάντα. Με τη δύναμη του μυαλού τα δημιουργείς. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει έλεγε, αλλά ότι δε γινόταν το έκανε μόνη της.
