Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Καμιά φορά με στήνω στον τοίχο. Όσα έκανα όσα δεν έκανα. Όσα είπα κι όσα δεν είπα ποτέ. Μου μιλάω άσχημα, και πολλές φορές έχω και δίκιο. Κι άλλες το παρακάνω, αλλά δεν έχω την τόλμη να το παραδεχτώ πως έκανα ξανά το ίδιο λάθος. Σκύβω το κεφάλι, σωπαίνω και απ’ την αρχή.
Τι κι αν πληγώθηκα. Τι κι αν ήρθα σε δύσκολη θέση. Τι κι αν έκλαψα για ξένες ιστορίες με άσχημο τέλος. Πάντα κάτι θα βρω. Πάντα οι άλλοι έχουν το δίκιο τους, το ελαφρυντικό τους, κι εγώ κάτι θα στράβωσα στην πορεία και θα έμενα μόνη. Το «πάντα», μεγάλη κουβέντα. Στο άκουσμά της όλα τα ισοπεδώνει. Όταν γνωρίζεις το τέλος, γιατί να παλέψεις; Πού είναι το νόημα;
Αν ξέρεις πως «πάντα» φταις εσύ, γιατί να το κάνεις; Πόσα λάθη μπορείς να βαστάξεις σηκώνοντάς τα στην πλάτη; Πίσω η ανατολή και μπροστά σου η δύση. Αυτό είναι. Μια δύση, «πάντα» έρχεται στο τέλος της μέρας. Ο απολογισμός, το μέτρημα. Τότε είναι η στιγμή που με βλέπω στο εδώλιο. Μια αίθουσα κενή από θεατές. Μονάχα εγώ και η συνείδησή μου. Αυστηρός δικαστής που «πάντα» σε κρίνει ένοχο. Ό,τι κι αν πεις, όπως και να έπραξες.
Κάτι θα βρει να καταπιαστεί. Και τότε καταλαβαίνεις πως είναι μάταιος ο κόπος να συνεχίσεις να μιλάς. Όλα είναι προγεγραμμένα. Δεν έχει πια νόημα.
Έπαιξες κι έχασες πάλι. Άνιση μάχη, άδικη κρίση. Όμως, δε μπορείς να το αλλάξεις. Ίσως μόνο αν έκανες κάτι για σένα. Αν έβλεπες τα πράγματα και τους άλλους με μια διαφορετική σκοπιά κάπου στο βάθος. Και ναι, χρειάζεται τόλμη και κότσια να στήσεις στον τοίχο την συνείδηση και όχι εσένα.
Κάποια φορά ίσως βρεθεί το κουράγιο να γίνει κι αυτό. Αυτό το «πάντα» όμως είναι που πονάει, που σκοτώνει αργά και βασανιστικά σαν το σκληρό ναρκωτικό. Ξέρεις το λάθος κι όμως το ξανακάνεις. Αλήθεια γυμνή χωρίς αναστολές.
