Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Κι όταν δεν έχω λόγο να σε κάνω να γελάς… τότε ξέρω πως όλα έχουν τελειώσει. Όχι γιατί δεν υπάρχει πια κάτι ανάμεσά μας, αλλά γιατί το γέλιο ήταν πάντα ο τρόπος μου να σου λέω «είμαι εδώ». Ήταν η γλώσσα που μιλούσαμε όταν τα λόγια δεν έβγαιναν, όταν οι σιωπές μας έκρυβαν τις αλήθειες που δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε.
Το γέλιο σου ήταν η μεγαλύτερη νίκη μου. Κάθε φορά που το άκουγα, ήταν σαν να κέρδιζα λίγο από τον χαμένο μας χρόνο, σαν να έσβηνα τις στιγμές που πονέσαμε και να άνοιγα παράθυρα σε κάτι πιο φωτεινό. Ήταν η απόδειξη πως, παρά τα λάθη μας, μπορούσαμε ακόμα να φτιάξουμε στιγμές που αξίζουν να τις θυμόμαστε.
Αλλά τώρα… τώρα δεν μπορώ πια. Δεν ξέρω πώς να σε κάνω να γελάσεις, και αυτό με διαλύει. Γιατί πάντα πίστευα πως το γέλιο είναι το τελευταίο που πεθαίνει. Όσο γελάμε, είμαστε ζωντανοί. Όσο γελάμε, υπάρχει ελπίδα. Κι αν χάσαμε αυτό, τι άλλο μένει να σώσουμε;
Δεν είναι ότι δεν προσπαθώ. Είναι ότι νιώθω πως ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω, δεν φτάνει πια. Σαν να έχει κλείσει μια πόρτα που δεν μπορώ να ανοίξω. Και όσο κι αν θέλω να την σπρώξω, φοβάμαι μήπως πίσω της δεν υπάρχει πια τίποτα δικό μας.
Γι’ αυτό σου λέω… όταν σταματώ να έχω λόγο να σε κάνω να γελάς, δεν είναι μόνο το τέλος μιας σχέσης. Είναι το τέλος ενός κομματιού του εαυτού μου που πάντα ζούσε μέσα από σένα. Και νιώθω ένα κενό που δεν γεμίζει, γιατί το γέλιο σου ήταν η πιο όμορφη απόδειξη ότι μπορούσαμε να κάνουμε το σκοτάδι να μοιάζει φως.
Όταν δεν μπορώ να σε κάνω να γελάς, είναι η στιγμή που πρέπει να φύγω. Γιατί αν δεν μπορώ να σου δώσω χαρά, δεν αξίζει να μένω. Κι αν κάποτε ξαναβρείς αυτό το γέλιο, ίσως να ξαναβρώ κι εγώ τον εαυτό μου.
