Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
Το αντίο, που ποτέ δε σου είπα, έκρυβε μέσα του όλη μου τη θλίψη· κι όχι για το λίγο που μου έδωσες κι αυτό με το στανιό, μα για το πολύ μου, που σου το χάριζα κι εσύ μου το γυρνούσες πίσω. Σαν να μην ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, που ‘ χα για σένα φυλαγμένα πάντα ένα ” μπορώ” , ένα “εδώ” κι ένα “τώρα”. Σε μια τόση δα λεξούλα, χώρεσα μέσα της όλη μου τη λύπη· για όλα τα ταξίδια που δεν πήγαμε, όλες τις μέρες που δεν ξυπνήσαμε μαζί, όλα τα φεγγάρια που δεν είδαμε αγκαλιά. Σε πέντε γράμματα, κατάφερα και στρίμωξα όλες τις φορές που σε περίμενα και δεν ερχόσουν, που σε φώναζα κι έκανες πως δεν ακούς, που σε χρειαζόμουν και δεν είχες χρόνο. Σ’ ένα αντίο, που ποτέ δε σου είπα, μπήκαν και κάποια λαθραία παράπονα· απ’ αυτά, που μόνο όποιος απελπίζεται από έρωτα ξεστομίζει:
Γιατί εκείνη, κι όχι εγώ;
Γιατί τόσοι άλλοι, κι όχι εμείς;
Και ‘γω πάλι θα ματώσω τα χείλη μου δαγκώνοντάς τα, για να μη μου ξεφύγει ούτε συλλαβή. Για να μπορείς να κάνεις πάλι ότι δεν άκουσες. Για να μπορώ να σ’ αθωώνω.
