Γράφει η Πράξια Αρέστη
Οι έρωτες τελειώνουν ακόμη κι αν δεν το ήθελε κανένας από τους δύο.
Κι είναι αυτό μία τραγική πραγματικότητα δύο ανθρώπων που θέλουν ο ένας τον άλλο, όμως, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν σωστά. Δεν μπορούν να βρουν το μέτρο και που να σταματήσουν να πληγώνουν ο ένας τον άλλο.
Το πάθος εύκολα γίνεται θυμός και μισός. Η λογική μπαίνει συνεχώς μπροστά και μπλοκάρει το συναίσθημα, ως μία ασπίδα προστασίας από τον πόνο που προκαλεί ο άλλος.
Είμαστε και οι δύο ένοχοι.
Μας δικάζω και μας καταδικάζω για το φόνο του έρωτά μας. Για το ότι διαλύσαμε ένα πάθος μοναδικό και πρωτόγνωρο που δεν μας έφταιξε ποτέ σε τίποτα.
Ήμασταν άπειροι, ήμασταν ανέτοιμοι και οι συνθήκες δεν μας ευνόησαν ποτέ.
Παλεύαμε μεταξύ μας, αντί να είμαστε ενωμένοι για να αντιμετωπίσουμε τις τρικυμίες, μέχρι που το πλοίο μας βούλιαξε.
Νιώθεις τον κόμπο στον λαιμό. Νιώθω τον κόμπο στο λαιμό, αυτόν που μας πνίγει κάθε μέρα.
Σου λείπω, μου λείπεις, όμως, δεν υπάρχει τίποτα πια εκεί για να γυρίσουμε.
Κανείς δεν έχει τη δύναμη να ξαναφτιάξει το πλοίο, γιατί πάλι σε σύντομο χρόνο, κάποιος από τους δύο θα το διαλύσει.
Δεν κατάλαβες ποτέ. Δεν τσακωνόμουν. Συζητούσα. Δεν σε έδιωχνα. Σου έβρισκα τρόπους να μείνεις χωρίς να με πληγώνεις.
Δεν άκουγες ποτέ.
Με τραυμάτιζες, με έριχνες στα βαθιά και με εγκατέλειπες. Μέχρι που μια φορά γύρισες για να με βρεις και δεν ήμουν πια εκεί. Και το πλοίο βούλιαξε. Και ο καθένας άραξε σε διαφορετικό νησί.
Και το νησί είναι ερημικό, βαρετό. Με ανθρώπους ανιαρούς που δεν μας αγγίζουν.
Σε νιώθω. Όμως, δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ. Θα με σπρώξεις πάλι στα μισά της θάλασσας και θα χαθείς.
Με νιώθεις. Όμως, δεν βρίσκεις τον τρόπο να γυρίσεις για μένα. Δεν βρίσκεις τα σωστά λόγια να πεις, γιατί ο εγωισμός σου σε νικάει. Γιατί φοβάσαι να πεις στον εαυτό σου την αλήθεια, πόσο μάλλον σε μένα τι νιώθεις.
Και είμαστε ένοχοι γιατί μπορούσαμε να ήμασταν καλύτεροι ο ένας για τον άλλον. Τουλάχιστον αυτό το οφείλαμε στους εαυτούς μας και ο ένας στον άλλο.
Είμαστε ένοχοι που καταδικάσαμε τον εαυτό μας να ζήσει για πάντα χωριστά από το σώμα που θέλει να αγγίζει και να αισθάνεται.
Που καταδικάσαμε το σώμα σας σε ανούσιες συνουσίες.
Που θα νιώθουμε πάντα αυτό τον κόμπο στο λαιμό και δε θα μπορούμε να είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι.
Υποθέτω, τελικά πήραμε ότι μας άξιζε και νίκησαν αυτοί οι άλλοι, που ήταν πιο έξυπνοι από μας, που αποδείχθηκαν καλύτεροι από μας.
Κι αυτή η τελευταία ποινή είναι ισόβια. Χωριστά.
