Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Προχωράμε τη ζωή μας, σα να μη χωριστήκαμε ποτέ. Κάνουμε όνειρα , με τους δυο μας πρωταγωνιστές και όταν φτάνει το πρωί, προσποιούμαστε το αντίθετο, από αυτό που ευχόμαστε μέσα μας να γίνει!
Φανταζόμαστε τη μέρα μας μαζί και χαμογελάμε, εκδικώντας τις στιγμές που ζήσαμε χώρια, ρίχνοντας το φταίξιμο στον επόμενο που θα ρθει να μας βρει.
Καίμε τα θέλω μας σε ξένες αγκαλιές, εκθειάζοντας συνέχεια τις ιστορίες που είχαμε μοιραστεί, εκείνα τα αυγουστιάτικα βράδια, περπατώντας χέρι, χέρι κάτω από το φως του φεγγαριού.
Για μένα ξέρω. Είμαι μια συναισθηματική ανόητη ψυχή, που προχωρά και πάλλεται με την αγάπη. Δένομαι με ανθρώπους και καταστάσεις σα να μη πρόκειται να ξημερώσει ποτέ. Ακόμα και τα ασήμαντα τα θεωρώ σημαντικά και γίνομαι μαζί τους ένα, αδυνατώντας να προχωρήσω παρακάτω, και μένω ακριβώς στα ίδια.
Αλλά εσύ; Εσύ πες μου! Γιατί , ξανά εδώ; Τι ζητάς; Τι γυρεύεις; Πότε τα δικά σου αφημένα, έγιναν ξανά, καμώματα δικά μου; Πότε τα αδιάβαστα μηνύματα στο τηλεφωνητή, έγιναν και πάλι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που ψάχνουν να βρουν ξανά ζωή;
Γιατί η καλά κρυμμένη μας φυγή να ψάχνει τη φανερή, γίνοντας προσευχή αγγέλων, με ένα σωρό τάματα ανάμεσά μας που δεν έχουν τελειωμό;
Γιατί πάλι οι σιωπές μας, να γίνονται κραυγές και να πονάνε αφού δε πρόκειται να ειπωθούν ποτέ;
Ούτε το τέλος αγάπη μου, δε θέλει να μας βρει μαζί. Ακόμα και αυτό αρνείται να ανάβει τα κεριά που σβήνουμε συνέχεια από συνήθεια. Ακόμα και αυτό, μένει μόνο του, προσδοκώντας για το άπειρο που εύχεται να συναντήσει.
