Γράφει η Κική Γιοβανοπούλου
Ήσουν εκεί. Ήσουν πάντα εκεί. Όποτε σε χρειάστηκα δεν μου στέρησες ούτε την παρουσία σου, ούτε την αγκαλιά σου. Ο ώμος σου για να κλάψω ήταν εκεί, τα χέρια σου για να με σηκώσουν ήταν εκεί, τα λόγια παρηγοριάς σου ήταν εκεί, μαζί μου.
Ποτέ δεν χάθηκες στην ανάγκη μου, ποτέ δεν έλειπες όταν σε χρειαζόμουν, μόνο που… μόνο που δεν κατάλαβες ποτέ πως δεν σ’ είχα ανάγκη, μόνο όταν σε είχα ανάγκη!
Δεν ήσουν ποτέ για μένα απλά ένα λιμάνι, ένα αποκούμπι, ένας βράχος να πιαστώ. Το “εδώ” σου το ήθελα συνέχεια, το “εδώ” σου το ζητούσα κάθε λεπτό.
Ήθελα και τις χαρούμενες στιγμές να μοιραστώ μαζί σου, ήθελα και στα γέλια μου να καταφύγω στην αγκαλιά σου. Ήθελα κάθε στιγμή μου να είναι κοινή μας.
Ήσουν το πρώτο τηλεφώνημα που ήθελα να κάνω, κάθε που κάτι καλό μου συνέβαινε. Ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ήθελα να μοιραστώ, κάθε τι καινούριο που μ’ έκανε να χαμογελώ.
Εσύ ήσουν αυτός που ήθελα να χαρίσω όχι μόνο το δάκρυ, αλλά και το γέλιο μου. Εσύ ήσουν αυτός που ήθελα να χαρίσω κι εκείνες τις μακρόσυρτες, βαριές σιωπές μου.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται να μ’ αγαπάς έτσι. Αλήθεια, πόσο μακριά ταξίδεψε ο έρωτας που ένιωθες; Έμεινε η αγάπη, αλλά είναι αυτό αρκετό; Ίσως όχι για μένα…
Ήσουν εκεί. Ήσουν πάντα εκεί. Όποτε σε χρειάστηκα ήσουν πάντα εκεί, ξέρεις όμως αυτό δεν μου ήταν ποτέ αρκετό, γιατί μπορεί να ήσουν πάντα η πιο ζεστή κι ασφαλής αγκαλιά, όμως πάντα κάτι έλειπε, κάτι που είχα τόσο ανάγκη!
Κάπου χαθήκαμε κι ας ανταμώνουμε κάθε που δακρύζω. Κάπου χαθήκαμε κι όσο κι αν έψαξα δεν το κατάφερα να μας βρω. Ήσουν πάντα η πιο ζεστή κι ασφαλής αγκαλιά, αλλά δεν το μπορώ ν’ αρκούμαι σ’ αυτό.
Κάπου μακριά ταξίδεψε ο έρωτάς σου για μένα, γι’ αυτό και σου άφησα το χέρι. Κι ας πονάει. Κι ας μου λείπεις. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει δεν έλεγες; Να μου προσέχεις. Σ’ αγαπώ…
