Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Μερικές φορές η ζωή έχει έναν τρόπο να σου φέρνει ανθρώπους εκεί που δεν το περιμένεις. Στα ξαφνικά. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς να σου δώσει χρόνο να προετοιμαστείς. Κι έτσι, εμφανίστηκες κι εσύ. Όχι με θόρυβο, όχι με φανφάρες, αλλά ήρεμα. Σαν να ήξερες ότι η θέση σου ήταν εδώ από την αρχή.
Δεν ξέρω αν ήρθες για λίγο ή για πάντα. Δεν με νοιάζει καν. Γιατί από τη στιγμή που μπήκες στη ζωή μου, τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Ήσουν σαν τσουνάμι που σάρωσε κάθε συνήθεια, κάθε δεδομένο μου. Τα “πρέπει” έγιναν ασήμαντα και τα “δεν μπορώ” χάθηκαν. Εσύ έγινες το κέντρο όλων, χωρίς καν να το προσπαθήσεις.
Και μην νομίζεις, φοβήθηκα. Όταν κάποιος σου ανακατεύει τη ζωή, δεν ξέρεις αν πρέπει να το απολαύσεις ή να τρέξεις μακριά. Στην αρχή ένιωσα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ήμουν μαθημένος στην ησυχία, στο ασφαλές, σε αυτά που μπορώ να ελέγξω. Εσύ, όμως, δεν ήρθες για να μείνεις στα εύκολα. Ήρθες για να γκρεμίσεις τα τείχη μου και να μου δείξεις πώς είναι να νιώθω ξανά.
Δεν ξέρω αν η ζωή σε έφερε για λίγο. Αν είσαι εδώ προσωρινά, σαν μάθημα που πρέπει να πάρω, σαν μια ανάσα μέσα σε μια καθημερινότητα που δεν ήξερα πόσο με έπνιγε. Ξέρω μόνο ότι ήρθες και κατάφερες αυτό που δεν είχε καταφέρει κανείς.
Άλλαξες τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Έβαλες χρώμα σε έναν κόσμο που για καιρό ήταν γκρίζος. Μου έδειξες πώς είναι να ξυπνάω με ένα χαμόγελο χωρίς λόγο, να νιώθω ζωντανός ακόμα και στις πιο μικρές στιγμές.
Κι αν αύριο φύγεις, αν είσαι απλώς περαστική, θα έχεις αφήσει πίσω σου κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Εσύ, με έναν τρόπο μαγικό, άλλαξες τα πάντα. Και, για πρώτη φορά, δεν φοβάμαι αυτή την αλλαγή. Την αγκαλιάζω. Γιατί αν είναι να χάνομαι σε κάτι, θέλω να είναι σε εσένα.
