Γράφει η Λιάνα
Είναι ένα όνειρο εκεί ψηλά κρεμασμένο απ’ τα σύννεφα. Ένα μισοσκισμένο κομμάτι χαρτί που γράφει όλα όσα θέλησα.
Κιτρινισμένο, χιλιοσκονισμένο κι όμως στέκεται ακόμα ζωντανό.
Εγώ προχώρησα, πάλεψα, κουράστηκα και ξεθώριασα. Η ζωή βλέπεις, δε σου δίνει περιθώριο διαλείμματος, πολλές φορές και ανάσας.
Τρέχει με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ξυπνάς ένα πρωί και ανακαλύπτεις πως τα τρένα στους σταθμούς σου αρχίζουν σιγά σιγά και γερνάνε, οι μηχανές τους κάνουν έναν διαφορετικό θόρυβο και τα βαγόνια τους αναδύουν αυτή τη γλυκόπικρη μυρωδιά της εμπειρίας, ανακατεμένη με νοσταλγία και κάτι από δάκρυ.
Είναι ένα όνειρο, τσαλακωμένο, που κάθε ξημέρωμα μου λέει καλημέρα κι εγώ κάνω πως το αγνοώ εδώ και χρόνια. Γιατί δε με βολεύει πια να παραδέχομαι πως το άφησα να αιωρείται.
Κι ο αγώνας να γίνεται κάθε χρόνο και πιο δύσκολος. Να διαλύεσαι και να ξαναγεννιέσαι. Να φιλοξενείς για λίγο ανθρώπους, για λίγο συναισθήματα, για λίγο τρικυμίες και για λίγο άπνοιες. Αδυσώπητος ο καιρός, να αφήνει τα σημάδια του παντού, στο πρόσωπο, στη ψυχή. Και πάλι απ’την αρχή, νέοι άνθρωποι, καινούργιες αναζητήσεις, φρέσκιες ρυτίδες.
Είναι ένα όνειρο, που έχουν αρχίσει να ασπρίζουν τα μαλλιά του, παλιοκαιρισμένο, που συνεχίζει να μου χαμογελά, όταν το κρυφοκοιτάω.
Πολλές πόρτες άνοιξα, πολλές κουβέντες άκουσα, πολλά διεκδίκησα, λίγα κέρδισα. Νόθευσα τα θέλω μου για να μην παραδεχτώ πόσο δειλή ήμουν και δεν επαναστάτησα τότε που έπρεπε. Και η πείνα αυτών που δεν έζησα να έρχεται τις νύχτες μου και να γεμίζει τον ύπνο μου από εικόνες μιας ζωής που λαχταρούσα.
Είναι ένα όνειρο, που ψιθυρίζει βασανιστικά στη συνείδηση μου ότι το ξέχασα.
Κι όσο η ζωή έπαιρνε από κοντά μου αυτά που αγάπησα, ανακάλυψα πως μπορώ να γίνω κακιά, σκληρή. Αλλοιώθηκα και πρόδωσα πολλές απ’ τις αλήθειες μου. Πρόδωσα τον ίδιο μου τον εαυτό χρησιμοποιώντας δεκάδες ηλίθια άλλοθι, απλά και μόνο γιατί ακολούθησα κενά πρέπει.
Είναι ένα όνειρο, που βουρκωμένο μου απλώνει το χέρι του για να το αγκαλιάσω.
Δύσκολοι καιροί για ρομαντικούς μου είχαν πει κάποτε. Κι εγώ δεν το πίστεψα. Άνοιξα διάπλατα, πόρτες, παράθυρα και περίμενα να γεμίσω από αγάπη. Έδωσα, έδωσα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα. Ή ψέματα, έμεινε. Σιωπή και καπνός από σβησμένα αποτσίγαρα, σ’ένα άδειο δωμάτιο.
Είναι ένα όνειρο, που μου θυμίζει καθημερινά πως έχω γεμίσει τη ζωή μου χρέη.
Έρωτες, αγάπες, φιλίες. Περίεργα παιχνίδια. Τζόγος. Μια ρουλέτα που γυρνάει, ξαναγυρνάει κι η μπίλια κάθεται μόνιμα στο διπλανό νούμερο. Κι όσο πόνταρα, τόσο έχανα. Κι όσο έχανα, τόσο εθιζόμουν και συνέχιζα με τη σκέψη πως η επόμενη μπιλιά θα ναι δικιά μου. Αγώνας κι εγώ πάντα χαμένη στα σημεία. Χρεωμένη για δυο ζωές.
Είναι ένα όνειρο, που όταν φυσάει, μου φέρνει μια μυρωδιά από ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Το ρολόι προχωράει μόνο μπροστά. Δεν μπορώ να σταματήσω αυτά που έρχονται, ούτε να αλλάξω αυτά που έγιναν. Το μόνο και τελευταίο περιθώριο που έχω είναι να ταΐσω τους φόβους μου, να χορτάσουν και ν αποκοιμηθούν επιτέλους. Να βγω απ’ την κρυψώνα μου, να καταλάβω πως είμαι ζωντανή και μπορώ να παλέψω μια ακόμη φορά. Να επιστρέψω στη ζωή και να τη δαμάσω σαν άγριο άλογο. Να την οδηγήσω εγώ, να την εξουσιάσω, μακριά από μοιρολατρείες και γκρίνιες.
Είναι ένα όνειρο, που σιγά σιγά αρχίζει να χάνει τη λάμψη του, γίνεται θολό και άχρωμο. Κι εγώ πρέπει να το σώσω. Γιατί είναι παιδί δικό μου. Δημιουργήθηκε μέσα μου, το γέννησα, το μεγάλωσα και το παράτησα στη μοίρα του. Αλλά τώρα που μαζεύει ο χρόνος και κατάλαβα πως πέρασα πάνω απ’το μισό της ζωής μου, κυνηγώντας συνέχεια το δίκιο μου, από ανθρώπους δήθεν αληθινούς, νιώθω πως, αν και δεν έχω το κουράγιο ούτε να κουνηθώ, έχω αφήσει την τελευταία μου παρτίδα στη μέση. Μένει μισό πακέτο τσιγάρα και μια τράπουλα μοιρασμένη. Σ’αυτό το παιχνίδι θα παιχτεί το μέλλον. Η χαμένη ακεραιότητα μου, η αξιοπρέπεια μου και η εξιλέωση απέναντι σε όσους πλήγωσα.
Ήταν ένα όνειρο, εκεί ψηλά κρεμασμένο απ’τα σύννεφα, που σήμερα το κατέβασα με προσοχή και το κρέμασα φυλαχτό στο λαιμό μου, στο μέρος της καρδιάς, να δυναμώσει απ’ τους χτύπους της. Γιατί η ζωή μου χρωστάει μια ευκαιρία. Όχι γιατί εγώ είμαι καλή, αλλά γιατί έχουν ξυπνήσει όλα τα θεριά που έκρυβα μέσα μου και ζητάνε δικαίωση για όσα άδικα σκόρπισα. Δεν ψάχνω το θαύμα, δε θέλω το άπιαστο.
Θέλω να πληρώσω τα χρέη μου, να ξεπλύνω τις τύψεις μου και να περπατήσω μόνο μπροστά. Κι αν μέσα στις επόμενες καταιγίδες που με περιμένουν, βραχώ και λίγο, ομπρέλα θα βάλω το όνειρο μου, τα λόγια που μου παν κάποτε εκείνοι οι λίγοι, οι ξεχωριστοί που λείπουν πια από κοντά μου και την καρδιά μου που κατάφερε να κρατήσει μέσα της αγάπη…..
