Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Δεν ήταν ίδια με τις άλλες, όχι. Ήταν αλλιώτικη. Περίεργη. Αλλότροπη. Φώναζε από παντού. Ξεχώριζε στο πλήθος. Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, εκείνη ήταν η μία. Η αθόρυβη. Η σιωπηλή. Η περήφανη. Η από αλλού φερμένη, χωρίς κανέναν αντίπαλο να της κόβει το δρόμο.
Ήταν όμορφη. Όχι κάτι ιδιαίτερο, απλά η ομορφιά της πήγαζε από τα έγκατα της ψυχής της. Ήταν χαμογελαστή, όχι κάτι φανταχτερό, απλά φορούσε πάντα το πιο ξεχωριστό της χαμόγελο και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς ποτέ κανένας να μπορεί να τη φτάσει. Ήταν σίγουρα ονειροπόλα. Ταξιδιάρα ψυχή. Ανήσυχο πνεύμα. Όπου πήγαινε, έμενε, και όπου δεν την ήθελαν, δεν τους ήθελε και εκείνη. Έκανε όνειρα γεμάτα φως και μιλούσε για αυτά λες και τα είχε ζήσει αληθινά.
Ήταν καλή φίλη. Βράχος ακλόνητος και εχέμυθη. Ήταν ουρανός και γη. Βουνό και θάλασσα. Ηρεμία και γαλήνη ταυτόχρονα, μα αν κάτι στράβωνε, αλίμονο τους. Γινόταν θηρίο ανήμερο, τυλιγμένο στις φλόγες. Δε μίλαγε. Δε το καταλάβαινε κανείς, απλά έφευγε. Χανόταν. Όπως ήξερε μόνο εκείνη. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς πολλά λόγια και συζητήσεις που δε θα οδηγούσαν πουθενά. Η στάση της έφτανε για όλα, μέχρι να καταλάβεις. Ήταν ιδιαίτερη. Μαζί της ή θα το έβαζες στα πόδια ή θα της κρατούσες συντροφιά για πάντα.
