Γράφει η Ελένη Σάββα
Εκείνο το βράδυ όλα άλλαξαν. Να ήταν οι λέξεις σου; Να ήταν το βλέμμα σου; Δεν ξέρω. Όλα άλλαξαν. Ένας κόσμος γκρεμίστηκε. Κάποια όνειρα ξεθώριασαν, σβήστηκαν.
Εκείνο το βράδυ δεν ήξερα από πού να πιαστώ. Όλα έμοιαζαν κενά. Ποια ήταν η λύση, δεν ήξερα. Εγώ για λύση έχω πάντα την αγάπη. Κι αυτή, έλειπε. Κι έμεινα ένας άνθρωπος μόνος, μέσα στο κενό. Ούτε αγάπη, ούτε βλέμμα, ούτε αγκαλιά. Ούτε καν λέξεις. Ακόμα κι αυτές, έλειπαν. Τίποτα δεν ήταν αρκετό εξάλλου. Τι να σου κάνουν οι λέξεις; Τι να σου κάνουν τη στιγμή που πεθαίνεις; Περιττές. Κι αυτές, κι η αγάπη μου.
Βλέπεις, εκείνο το βράδυ, πουθενά δεν χωρούσε η αγάπη μου. Πουθενά. Ξαφνικά κόπηκε, καταστράφηκε, ποδοπατήθηκε. Κι εγώ ήθελα τόσο πολύ να την μαζέψω. Να την κάνω ξανά αγάπη. Όπως της ταιριάζει. Όπως έχω μάθει να κάνω πάντα. Μα δεν το έκανα. Κατάλαβα βλέπεις, πως δεν είχε νόημα. Όλα ήταν αλλιώς. Όλα διαφορετικά. Λίγο πιο αδιάφορα, λίγο πιο “λίγα”.
Το λίγο δεν χωράει στην αγάπη. Η αγάπη θέλει ενδιαφέρον κι όρεξη. Θέλει να είσαι έτοιμος να τρέξεις, να νιώσεις, να κολυμπήσεις. Σιγά σιγά μαθαίνεις να κολυμπάς όλο και πιο βαθιά. Σιγά σιγά κάνεις τη θάλασσα δικιά σου. Και κάπως έτσι, ξέρεις πια να αγαπάς. Αρκεί στην αρχή να θέλεις. Να θέλεις να μάθεις, να προσπαθήσεις.
Τι σου λέω τώρα; Τίποτε δεν έγινε απ’ αυτά. Ήταν απλώς ένα βράδυ. Ένα βράδυ ακόμα σαν όλα τα άλλα. Κάπου στον κόσμο μια αγάπη έχασε την ευκαιρία να ζήσει.
