Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Έφυγες και δεν κοίταξες πίσω. Αποφάσισες να εξαφανιστείς και διαλαλούσες πως ήσουν ευτυχισμένος.
Έδειχνες πως είχες ξεφύγει από μια δίνη που σε σκότωνε ημέρα με την ημέρα.
Λες και όλα αυτά δεν τα είχες διαλέξει εσύ, λες και σε είχαν βάλει να ζήσεις μια ζωή που δεν ήθελες, τη ζωή κάποιου άλλου.
Με το ζόρι.
Ναι, με το ζόρι.
Γκρέμιζες ότι έφτιαχνες, σκότωνες ότι γεννούσες.
Έχανες την ίδια σου τη ζωή μόνο και μόνο για να ξεφύγεις από εσένα.
Αυτό δεν είχες καταλάβει πως έφευγες από εσένα, από εσένα που δεν σε γνώρισες ποτέ, που δεν σε έψαξες ποτέ για να δεις τα πραγματικά σου θέλω, για να δεις ποιος είσαι αληθινά. Με αλήθειες και όχι ψέματα να φτιάξεις εκείνο που πραγματικά ζητούσες, εκείνο που ζητούσες για να γίνεις πραγματικά ευτυχισμένος για εσένα και όχι για τους άλλους.
Φύγε, φύγε πάλι από όπου και αν πηγαίνεις, τρέξε να σωθείς από τον ίδιο σου τον εαυτό, από τις επιλογές σου και τη ζωή που έφτιαξες.
Τρέξε δίχως να κοιτάξεις πίσω, μην αφήσεις ούτε μια χαραμάδα ελπίδας για εσένα, κάνε τα ίδια και τα ίδια.
Ξεκίνησε πάλι και πάλι από την αρχή και σκότωσε ότι καινούργιο φτιάχνεις.
Τι κοιτάς;
Αφού ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός δεν μπορεί να σε αντέξει, τρέχει σαν τον εκτελεστή που σκοτώνει το θύμα του και δεν γυρνάει ποτέ να κοιτάξει πίσω.
Μπορείς, μπορείς λίγο ακόμα να καταστρέψεις εκείνα που ποθείς.
Τα κατάφερες όπως τα ονειρεύτηκες, όπως ήθελες.
Οι πράξεις σου τελειώνουν εκεί που μπαίνει το μπερδεμένο σου μυαλό και τα καταστρέφει όλα για μια ακόμη φορά.
Μια και μοναδική.
Δεν έχεις άλλο χρόνο.
Σε αφήνει και εκείνος μετά το τελευταίο κεράκι που φυσήξες πάνω στην τούρτα γενεθλίων σου.
Εκεί στην φασαρία του πλήθους, στην ομορφιά της ζωής, στην τρέλα της μουσικής υπόκρουσης.
Προσπέρνα τον εαυτό σου…
Τρέξε, τρέξε να σωθείς.
