Γράφει η Ελένη Σάββα
Ένα αν, ένα πώς κι ένα γιατί θα μου τρώνε πάντα την ψυχή. Και δεν θα μάθω ποτέ αν η θέση μου ήταν δίπλα σου τα πρωινά.
Μ’ένα καφέ στο χέρι κι ένα φιλί, πριν χωριστούμε για λίγες ώρες που θα φαίνονταν αιώνες. Τα βράδια, ξάπλα να κοιτάμε τα αστέρια κι όταν ο ουρανός θα είχε σύννεφα, θα φανταζοσουν τα αστέρια, θα μου τα έδειχνες ένα-ένα, με λεπτομέρειες.
Κι εγώ θα έκλεινα τα μάτια μου και θα τα έβλεπα. Και θα χαμογελούσα γιατί θα άκουγα τη φωνή σου, θα ένιωθα το χέρι σου πάνω στο δικό μου, να με αγγίζει απαλά.
Δεν θα μάθω ποτέ, αν η ζωή μου θα ήταν πιο όμορφη μπλεγμένη στον έρωτα σου. Τον έρωτα σου, που θα με τρέλαινε και θα με ταξίδευε μακριά.
Και κλείνω τώρα τα μάτια μου, και φαντάζομαι όλους τους χορούς που δεν θα χορέψουμε ποτέ, όλα τα μονοπάτια που δεν θα περπατήσουμε ποτέ χέρι- χέρι. Όλα τα φιλιά που πάνε χαμένα. Όλο τον έρωτα που χαραμίζουμε. Εδώ, εκεί, δίπλα, παντού…
Ποτέ δεν θα μάθω πώς χαμογελάς μετά από ένα φιλί, ούτε πόσο πολύ θα με κρατούσες στην αγκαλιά σου.
Ένα αν, ένα πώς κι ένα γιατί. Τα κρατάω στα χέρια μου. Τα κάνω σκέψεις, τα κάνω λέξεις, τα κάνω τραγούδια. Τα βάζω στην καρδιά μου και κλείνω τα μάτια. Και ζω ένα έρωτα μακρινό! Τόσο αληθινό, που σου μοιάζει…
