Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Γνωριστήκαμε τυχαία, από μία λάθος εφαρμογή που εγκαταστάθηκε στο κινητό μου μέσω Facebook. Και τσουπ, δεκάδες μηνύματα να ξεπροβάλουν το ένα μετά το άλλο απανωτά, χωρίς βέβαια να μπορώ να πατήσω pause. Τι πράγμα και αυτό;
Αυτοκαταστροφή τα social media στις μέρες μας! Μήπως για κάποιο λόγο έγινε όλο αυτό; Για να τον γνωρίσω μήπως ή όλο αυτό ήταν τυχαίο; Τίποτα δεν είναι τυχαίο… Κανένα μήνυμα δεν είχα ανοίξει, εκτός από το δικό του! Εκείνου του όμορφου μελαχρινού με τα εκφραστικά μάτια, αυτού που, κάτσε να δεις πως τον λέγανε; Α ναι! Δημήτρη!
Με το Δημήτρη, λοιπόν, έτσι γνωριστήκαμε, κατά λάθος. Και από κει και έπειτα τι να σας λέω…Ιστορίες ολόκληρες, χωρίς αρχή, χωρίς τέλος, χωρίς σημάδια καιρού, χωρίς τίποτα. Οι νύχτες και οι μέρες να παίρνουν φωτιά και τα μηνύματα, οι κλήσεις, οι φωτογραφίες είχαν γίνει η καθημερινότητά μας. Η συνήθεια που έγινε λατρεία και με το καιρό συναίσθημα και ένας φορτιστής να τα κρατάει ζωντανά ή μήπως όχι;
Γίνεται να αποκτάς συναισθήματα για κάποιον που δεν έχεις αντικρίσει το πρόσωπό του στη πραγματικότητα; Και όμως για μένα έγινε!
Η ζωή μου απέκτησε άλλο ενδιαφέρον. Ανυπομονούσα να μιλήσω μαζί του, να ακούσω την τόσο σαγηνευτική φωνή του και να γελάσω με τα αστεία του. Το κινητό μου είχε γίνει προέκταση του χεριού μου και η καθημερινότητα μου είχε μέσα λίγο Δημήτρη, ή πολύ, δεν ήξερα, κάπως σίγουρα κάπου υπήρχε. Ήταν Θεσσαλονικιός και εγώ από τη μέση του χάρτη, και ήταν μαγική αυτή η σύμπτυξη, απέπνεε άλλον αέρα, όμορφο, αληθινό, θορυβώδη, όχι ψεύτικο σαν αυτόν που κυκλοφορεί εκεί έξω.
Οι μέρες μας έγιναν μήνες και οι μήνες τρία ολόκληρα χρόνια και ίσως κάτι παραπάνω.
Ο καιρός πολύς αλλά και τα συναισθήματα που ξεχύθηκαν όταν αντικρίσαμε ο ένας τον άλλο λες και γνωριζόμασταν χρόνια ολόκληρα, λες και γεννηθήκαμε για να συναντηθούμε. Και όλα αυτά τα συναισθήματα από μία οθόνη ενός κινητού. Λέτε να ήταν αληθινά; Ποιος ξέρει…
Λίγος χρόνος κοντά, περισσότερος μακριά και όμως ακόμα εκεί ο ένας να συμπληρώνει τον άλλο, νa κάνουμε όνειρα για δύο και να μοιραζόμαστε τους εφιάλτες που στοίχειωναν τα όνειρα μας και τις νύχτες που μας έπαιρνε το πρωί. Οι συζητήσεις μας να ξεπερνούν τη πραγματικότητα και οι λέξεις μας να βγαίνουν αβίαστα λες και χόρευαν από μέσα μας.
Τα πάντα όμορφα και φωτεινά, μέχρι τη μέρα που ο Δημήτρης χάθηκε. Έτσι, xωρίς προειδοποίηση, χωρίς εξήγηση, χωρίς αντίο!
Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Κλείστηκα στον εαυτό μου, η μέρα μου μετατράπηκε σε νύχτα και η ζωή μου σκοτείνιασε, λες και αυτός που έφυγε μου έκλεψε το φως.
Μου έλειπε, δεν έβγαιναν τα λόγια μου, η ανάσα μου, η φωνή μου έχασε το χρώμα της και το μέσα μου έμεινε νεκρό. Παντού μοναξιά. Παντού γύρω μου μια μαύρη εικόνα, άλλοτε από σιωπές και άλλοτε από κραυγές που ακούγονταν από παντού . Ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω μπας και ο Βαρδάρης φυσήξει ξανά προς τα κάτω, αλλά τίποτα, καμία αλλαγή δεν υπήρξε. Το τέλος ήρθε και μου χτύπησε τη πόρτα και έπρεπε να το δεχτώ. Ό,τι ένιωσα έφυγε, ό,τι αγάπησα εξαφανίστηκε, ό,τι ένιωσα χάθηκε.
Ακόμα μου λείπει, ακόμα τον νιώθω κοντά μου, ακόμα μιλάω για εκείνον, ακόμα στέλνω μηνύματα χωρίς απάντηση. Ήταν έρωτας τελικά ή μήπως συνήθεια που εξελίχθηκε στο χρόνο
Συναντηθήκαμε, ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε και μετά χαθήκαμε…
