Γράφει Χριστίνα Αυγερινίδου
Σε βλέπω από καιρό. Σε γνωρίζω.
Χαιρέκακη και αποστειρωμένη. Ναρκισσιστική και δύσθυμη δεν έπαψες στιγμή να με στοχοποιείς, να με ακολουθείς σαν σκιά με την ψευδαίσθηση ότι δεν αντιλαμβάνομαι.
Θεωρητική, σπουδαιοφανής και ανέγγιχτη από δακρυσμένα χτυποκάρδια, προχωράς απτόητη σε κάθε είδους γεωμετρικό μονοπάτι και το τετραγωνίζεις. Κουνάς το δάχτυλο για να ακολουθούμε ένα εγχειρίδιο με οδηγίες χρήσης.. Όποιος πέσει στα χέρια σου φυγαδεύεται στα κυβάκια που τον καλουπώνεις με την απειλή της καταστροφής σε περίπτωση παρέκκλισης από τις οδηγίες.
Σε ξέρω. Σε παρακολουθώ και με παρακολουθείς.
Με στήνεις απέναντι και με τυφλώνεις με έναν προβολέα ανακριτικό φωτίζοντας τάχα τους οδοδείχτες της ορθοπραξίας. Άδικα όμως. Είμαι ήδη τυφλωμένη. Από ένα φως ξεδιάντροπο και αβυσσαλέο, έτοιμο να ξεχυθεί πάνω σου και να τυφλώσει και εσένα.
Σε βλέπω. Μια κυρία με κώδικες ηθικού βελονισμού ανά χείρας, έτοιμη να κατασπαράξει τα όνειρα που χτίστηκαν σε αναφιλητά και πονεμένα ξενύχτια. Σε αυτά τα όνειρα που μου απαγορεύεις να υφαίνω στο σχήμα των δακρύων μου. Αλήθεια ξέρεις τι είναι τα δάκρυα? Μου δείχνεις την έξοδο από το μεθυσμένο μου παραμύθι.
Αντέχω όμως.
Αντέχω να μου κρύβεις τον ήλιο. Έχω τα μάτια του.
Αντέχω να μου κλέβεις τα αστέρια. Έχω τον ουρανό του.
Αντέχω να μου αφανίσεις τη χώρα μου. Θα ζω στην αγκαλιά του.
Αντέχω το όνομά μου να ξεχάσω. Ακούω στο δικό του.
Αντέχω να μου σκίσεις τα ρούχα. Φοράω την αγάπη του.
Αντέχω να μου πάρεις τον αέρα. Αναπνέω την ανάσα του.
Αντέχω τις ανέξοδες συμβουλές και τα κιτρινισμένα σου κηρύγματα. Τις αιφνίδιες παρεμβολές στο παραλήρημά μου με τη φωνή μιας λευκής ματαιότητας.
Αντέχω τα “μη”, τα “δεν” και τα “πρέπει”. Είναι όλα τους παιδιά σου. Αδύναμα, μιαρά, τσιγγούνικα.
Αντέχω τα “όχι” σου, με προστατεύουν τα “ναι ” μου. Θα στα συντρίψω με του μολυβιού μου την άκρη.
Ένα μόνο δεν αντέχω: Να κοροϊδέψεις την ψυχή του, να ντυθείς βασίλισσα και να τον πάρεις από ΕΜΕΝΑ.
Γιατί σε αυτή την σκακιέρα – στο ορκίζομαι – η βασίλισσα πεθαίνει.
Σε ξέρω από καιρό. Να συστηθούμε;
Με λένε έρωτα κι εσένα λογική.
