Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου
Ξυπνάω μέσα στην νύχτα.
Ξημερώματα γύρω στις 4, και το ξενύχτι εναλλάσσεται με την αγρυπνία σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια.
Και το μυαλό να τρέχει σε ένα ανελέητο κυνηγητό.
Καιρό τώρα κουβαλάω πέτρες, στον ύπνο και στο ξύπνιο μου.
Όλες αυτές με τις οποίες έχτισα τον τοίχτο της ζωής μου και κρύφτηκα πίσω του..
Επιμελής εργασία ετών, στα όρια της συνθηκολόγησης του φόβου, που σε βάζει να φυλάγεσαι για κάθε ενδεχόμενο.
Ακαταλαβίστικος ο κόσμος κι ανεξήγητη εγώ..
Όλα κόντρα σε ένα θέλω που το έκρυψα καιρό τώρα και δεν θυμάμαι πώς είναι να θες αλλά να το ζεις κι όλας.
Όλα στην ευθεία της καθώς πρέπει επιβίωσης.
Σκάω και κολυμπάω χρόνια τώρα. Βιώμα στο πετσί μου τα μακροβούτια χωρίς σωσίβιο.
Και μέσα σε όλο αυτό, εσύ.
Χρόνων ακόλουθος που γνωρίζει πολλά και φαίνεται ελάχιστα.
Εσύ που ορίζεσαι από εμενα, σαν ειμαρμένη, σαν αδερφή ψυχή, σαν εκείνος ο ένας άνδρας που βάζει τη γυναίκα του τόσο ψηλά.
Από εκεί που να μπορεί να τον θωρεί, να τον καμαρώνει για τους αγώνες της καθημερινότητας και της δράσης του, για τη δύναμη και το ήθος του, για το πολυσύνθετο μυαλό του.
Εκείνη, που τον θέλει σαν τρελή δίπλα της, μέσα της, γύρω της.
Έχω διαβάσει για μεγάλους έρωτες. Έχω σκιρτησει από το μεγαλείο και την ένταση τους. Έχω ζηλέψει σχεδόν το δικό μου ανεκπλήρωτο.
Γιατί εσύ ήσουν πάντα το γιατί μου. Η μεγαλη απορία μου. Η σκιά του ισκιου μου. Κάθε φορά που προσπαθούσα να σε φέρω κοντά μου οι περιβόητου νόμοι του Σύμπαντος οργιαζαν χαιρεκακα δοκιμαζοντας αντοχές και στηνοντας τα πιο απίθανα σενάρια. Με ανατροπές και αναβολες σε προκλητική επανάληψη. Με μένα ακόμη και τώρα, να εδω, να περιμένω αφελής και ανιδεη εσένα να μου πεις “προχωρα είμαι εγώ εδω για σενα!”
Δεν σε χάρηκα πότε. Δεν πρόλαβα πότε να πω ότι ζω αυτά που νιώθω ότι θέλω να μοιραστούμε. Δεν γευτηκα. Σίγουρα δεν χόρτασα.
Κάποτε ξεστομισα στον εαυτό μου ότι είσαι ο άνδρας της ζωής μου! Σκιαχτηκα στην παραδοχη της εκτασης της κυριαρχίας σου μέσα μου. Δεν το χώ με τα μεγάλα λόγια. Με δεσμεύουν, με πνίγουν όπως τα άκρα του ποτέ και του πάντα. Απο τότε ομως τιμωρουμαι.
Σαν να μην έχω δικαιωμα να χαρώ, να ζήσω, ν’απολαύσω.
Κάθε σου φιλί κουβαλα κι ένα αγκάθι. Κάθε στιγμή μαζί σου ακυρωνει δεκαδες αλλες που δεν γίνονται πότε παρόν γιατι προηγουνται άλλοι και άλλα, αλλά όχι εγώ..
Κυνηγημενοι μόνιμα σε απολογία ισως ακομη και στους εαυτους μας.
Ποσο άδικο να μένει όλο αυτό τοσο πολύ στη σκιά. Καταδικασμενο στην απραξία να αυτοκαταστρεφεται απο την αξοδευτη δύναμή του.
Να καιγεται σε καθε τωρα μαζι που δεν γινεται το επόμενο παρόν μας.
Ειλικρινά αναρωτιεμαι που κάνω λάθος και δεν έχω δικαίωμα στη μοιρασιά της χαράς μαζί σου; Πολύ θα ήθελα να μου το εξήγησει κάποιος…
Ίσως έτσι καταφέρω και βάλω στο ίδιο σημείο, μυαλό σώμα και καρδιά που κυκλοφορούν σκόρπια σαν αποτυχημενη διαδήλωση χρόνια τωρα!
Ίσως έτσι καταφέρω να αποκοιμηθω δικαιωμενη επιτέλους. Έστω για ένα βράδυ. Ήσυχη. Με τις απαντήσεις στη θέση τους. Και μένα αγκαλιασμενη από σένα…
