Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
“Εσύ αντέχεις· δε σε φοβαμαι”.
“Δεν έχεις ανάγκη εσύ”.
“Εσύ θα τη βρεις την άκρη μωρέ”.
“Εσύ τώρα γιατί στενοχωριέσαι;”
Πόσες φορές το άκουσες αυτό; Πόσες φορές έσφιξες τα δόντια, για να μην τους απαντήσεις;
Πόσες φορές σκούπισες βιαστικά τα δάκρυά σου, για να μην προλάβουν να τα δουν;
Πόσες φορές τους είπες” δεν πειράζει “, ενώ πείραζε; Ενώ σε γονάτιζε;
Πόσες γαμημένες φορές θα το ξανακάνεις;
Μέχρι πότε θα είσαι εσύ που δε λυπάσαι, δεν κλαις, δεν λυγίζεις;
Εσύ που αντέχεις πάντα και που τα πάντα καταφέρνεις;
Μέχρι πότε θα είσαι εσύ που δε χρειάζεσαι ένα ζευγάρι μάτια να σε κοιτούν με αγάπη κι όχι με οίκτο· με κατανόηση κι όχι με συμπόνια;
Μέχρι πότε θα είσαι εσύ που δεν έχεις ανάγκη κανένα χέρι να σου σκουπίσει τα μάτια· καμία αγκαλιά για να κρυφτείς μέσα της;
Μέχρι πότε θα τους κρύβεις την αλήθεια σου, για να μη τους ξεβολέψεις;
Μέχρι πότε θα τους λες “αντέχω” , για να μην αναγκαστούν να δουν πιο πέρα απ’ τη βιτρίνα;
“Μέχρι να τους πείσω”, είπε· “ή μέχρι να μη τους φοβάμαι πια”.
Κι έφυγε. Ξανά. Όπως έφευγε πάντα.
