Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
“Αν θες να με κερδίσεις, πρέπει να μου πεις πόσο με θες.”
Όσο πιο πολύ με θες, τόσο πιο πολύ θα μ’ έχεις.
Για όσο με πείθεις· για τόσο θα μείνω.
Ούτε λεπτό παραπάνω.
Μαζί μου δε θα ζήσεις έναν “μάλλον έρωτα”.
Δεν είμαι φτιαγμένη για μέτρια πάθη, γι’ αυτό σου λέω, σκέψου το καλά πριν πλησιάσεις.
Σου επιτρέπω να μείνεις εκεί και να με κοιτάς από μακρυά· από απόσταση ασφαλείας.
Σου επιτρέπω όμως και να έρθεις εδώ που είμαι. Εδώ ακριβώς. Απέναντί μου.
Αρκεί να είσαι έτοιμος να αναμετρηθείς με κάθε όριο, κάθε κανόνα και κάθε “πρέπει” της μέχρι τότε ζωής σου.
Αρκεί να έχεις το κουράγιο να συνεχίζεις να ελπίζεις και να παλεύεις τις στιγμές που όλα δείχνουν πως έχουν τελειώσει.
Αρκεί να αντέχεις να ερωτευτείς…
Να μ’ ερωτευτείς με κάθε σου κύτταρο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Ένας απ’ τους δυο μας θα χάσει· το ξέρουμε ήδη αυτό.
Απ’ την πρώτη στιγμή. Απ’ το πρώτο βλέμμα.
Ας χάσω εγώ·δε με ενδιαφέρει.
Ας με διαλύσεις· δε με νοιάζει σου λέω.
Αρκεί, μέχρι τότε, να καούμε στην ίδια φωτιά.
Να καούμε, ώσπου να λιώσουμε. Μαζί.
Κι ύστερα, αν μπορείς, φύγε…”,του είπε,” Φύγε.”
Κι εκείνος, που ποτέ του δεν είχε φανταστεί πόσο ζόρικος είναι ο καθαρόαιμος έρωτας, πόσο απαιτητικός, πόσο καθηλωτικός…
Έφυγε. Μπήκε στο πρώτο μπαρ που συνάντησε, κέρασε σφηνάκι το πρώτο μίνι που αντίκρισε και ” ερωτεύτηκαν ” αυτοί καλά κι εκείνη…
Εκείνη έμεινε πάλι μόνη, όμως έμεινε ολόκληρη.
Εκείνη ήξερε πια να μένει μόνη της, να ανάβει τσιγάρο και να χαμογελάει…
