Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Ξημέρωσε και εγώ ακόμα εδώ…
Στην ίδια θέση που με άφησες πριν κλείσεις τη πόρτα και πεις αντίο. Να κοιτάω τον ουρανό, παρακαλώντας τον για μια βροχή που θα έπαιρνε μαζί της ό,τι απέμεινε. Ό,τι μπορούσε να είχε απομείνει ακόμα μέσα μου για σένα. Ακόμα εδώ, προσπαθώντας να συνεχίσω τη ζωή και εσύ να γυρίζεις από δω και από κει ψάχνοντας για έρωτες χλωμούς. Για έρωτες λίγο πιο αδιάφορους από τη ζωή που σου κλέψανε.
Ήσουν διαφορετικός, το ήξερα. Παράξενος και αλλοπρόσαλλος, παρορμητικός και απότομος αλλά ήσουν δικός μου και σ’ αγαπούσα. Πίστευα σε σένα, στις δυνατότητές σου, στην ακούραστη ψυχή σου και στη καλά κρυμμένη σου αλήθεια. Είχα δει στο πρόσωπό σου όλα αυτά που δε μου είχες πει, που είχαν κρυφτεί και ξεχαστεί σε ένα πλήθος, που μου θύμιζαν κάποιον άγνωστο δικό μου εαυτό. Τα μάτια σου έκρυβαν ιστορίες με φυλακισμένους δαίμονες και τα βράδια που περνούσες στο κρεβάτι μου στριφογύριζες σαν κολασμένος, κάνοντας συμφωνίες με το διάβολο.
Ονειρευόσουν σχέδια εκδίκησης και οι σκέψεις σου ήταν σκοτεινές.
Αλλά εγώ ακόμα εδώ, να παλεύω για το μαύρο που ένιωθε η ψυχή σου, δαμάζοντας το μυαλό σου, μετατρέποντας την αλήθεια σε ψέμα και τα λόγια σε κρυφές επιθυμίες που θα ήθελες να ζωντανέψεις.
Αλλά εσύ εκεί…επέλεξες τη φυγή και το θάνατο μαζί…
