Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ίσως να σε λένε Γιάννη, Κωνσταντίνο, Ανδρέα. Ίσως να ζεις πολύ μακριά ή και πολύ κοντά μου. Ποτέ δεν θα το μάθω όμως. Γιατί εσύ δεν ήσουν σαν τους άλλους, ήσουν αύρα καλοκαιρινή, που πέρασε, έφυγε, μα δεν άγγιξε. Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ, ποιος ξέρει, ίσως σε κάποιο πλοίο, σε κάποια αποβάθρα, σε κάποια αμμουδιά, σε κάποιο φάρο, ή σε κάποιο λιμάνι. Ίσως ακόμα και εκεί που σε άφησα, στα σκαλιά εκείνου του πλοίου, να με κοιτάς χωρίς να μιλάμε. Μάτια κολλημένα και στόματα ερμητικά κλειστά.
Ίσως όμως και να σε ξαναδώ, σε κάποιο καλοκαίρι από αυτά που θα έρθουν. Δεν ξέρω σίγουρα, όμως βαθιά μέσα μου πάντα θα το περιμένω. Ακόμα κι αν δεν κράτησε πολύ, δεν κράτησε καθόλου θα έλεγα, θα ήθελα να σε ξαναδώ. Να δω ξανά αυτά τα μπλε σου μάτια, που μέσα τους ήταν κρυμμένα όλα τα χρώματα του βυθού, όλοι οι θησαυροί της θάλασσας.
Μακάρι το καλοκαίρι να κράταγε αιώνες, για να μπορούσα να σε γνωρίσω έστω λιγάκι. Μακάρι η αμμουδιά να παρέμενε ίδια όλο το χρόνο και να μην ερήμωνε ποτέ, για να προλάβαινα έστω και λίγο να σου μιλήσω. Μακάρι εκείνο το καράβι που μας μετέφερε, να μην έφτανε ποτέ σε εκείνο το λιμάνι, σε εκείνο το νησί που μας χώρισε.
Ίσως τότε να προλάβαινα να ανταλλάξω δυο μονάχα κουβέντες μαζί σου. Όμως μόνο χαμόγελο και σιωπή, εν τέλει σιωπή. Εσύ, που πέρασες σαν αεράκι, μα προκάλεσες βιβλική καταστροφή. Ίσως να μην το ένιωσες ποτέ, να μην το πρόσεξες καν, αλλά σε εκείνο το λιμάνι, σε εκείνο το νησί, σε εκείνη την αμμουδιά ξεκίνησε να γράφεται μια ιστορία, που όμως έμεινε στην αρχή.
Γράφτηκε μια ιστορία με εσένα απών και εμένα να παλεύω με άγριες θάλασσες. Να με καταπίνουν τα μπλε σου μάτια μέρα με τη μέρα πιο πολύ. Γιατί αυτή η ιστορία δεν πρόλαβε να ξεκινήσει, ούτε να τελειώσει. Έμεινε εκεί, να μας φωνάζει από μακριά πως έπρεπε να συνεχίσουμε. Όμως εμείς μόνο κοιταχτήκαμε. Μετά αποφασίσαμε να τραβήξουμε αντίθετα λιμάνια.
Τι κι αν εγώ το ήθελα, τι κι αν εσύ το ένιωσες, τώρα πια θαρρώ πως είναι αργά, κανείς δεν θα το μάθει. Και αν κάποια στιγμή σε συναντήσω σε κάποιο στέκι σου τυχαία, σε μια κοινή παρέα, ή ακόμα και σε κάποιο απόμακρο, σκοτεινό στενό, τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο.
Γιατί εκείνο το καλοκαίρι έφυγε, και έφυγες και εσύ μαζί του, γιατί δεν πρόλαβα να το ζήσω, γιατί δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω. Η αύρα και το σκίρτημα της καρδιάς είναι τερτίπια καλοκαιρινά και ο χειμώνας είναι βαρύς, για να σηκώσει τέτοιου είδους απωθημένα. Γιατί τα απωθημένα αν δεν εκπληρωθούν, παραμένουν απωθημένα. Όπως και εσύ, που θα ζεις στα βάθη του δικού μου ωκεανού.
Αφιερωμένο σε σένα..σε ένα καλοκαίρι που δεν θα ξαναέρθει, σε ένα καλοκαίρι λίγο διαφορετικό και σε ένα ακόμα που ίσως έρθει. Στην υγειά του απωθημένου, σε εκείνο το νησί, ένα καλοκαίρι, που έκανε την καρδιά μου να ζητάει τη δική του αμμουδιά. Μα τα καλοκαίρια έχουν και αυτή την ιδιότητα, να σε κάνουν να ερωτεύεσαι απωθημένα και θάλασσες, που ανάθεμα αν θα τις ξαναδείς ή θα τις ξαναβρείς. Μονοπάτια, που δεν θα ξαναδιαβείς και έρωτες, που ούτε καν πρόλαβες να ζήσεις.
Ένα καλοκαίρι κρατάει το πολύ τρεις μήνες, γι’ αυτό και όταν φεύγει, πρέπει να φεύγεις και εσύ μαζί του. Και μένει πάντα ένας χειμώνας, ένας χειμώνας να μετράς απωθημένα, χάνοντας για ακόμα μια φορά το λογαριασμό…
