Γράφει ο Ηλίας Μαυρόπουλος
Δεν μας ένοιαζε που πηγαίναμε, απλά με κρατούσες το χέρι και βαδίζαμε πλάι πλάι σε έναν δρόμο γεμάτο πολύχρωμες γιρλάντες, φανταχτερές τουλίπες, πανέμορφες πεταλούδες, και έναν ήλιο που με τις ακτίνες του μας αγκάλιαζε θαρρείς και ήμασταν παιδιά του.
Τα πρόσωπα και των δυο μας ακτινοβολούσαν μια περίεργη ευτυχία λες και κάποιος θα μας την έκλεβε, τα μάτια μας ήταν γεμάτα μια περίεργη αγάπη λες και κάποια στιγμή θα την χάναμε, λες και κάποια στιγμή τα χέρια μας όσο σφιχτά και αν κρατούσε ο ένας τον άλλον, κάποια περίεργη δύναμη προσπαθούσε να τα χωρίσει.
Όμως εμάς δεν μας ένοιαζε γιατί απλά ζούσαμε την στιγμή, δεν δίναμε σημασία, απλά κρατιόμασταν χέρι χέρι και ζούσαμε τον απόλυτο έρωτα, αυτό το μοναδικό συναίσθημα που λίγοι έχουν την τύχη να νοιώσουν, και ακόμα λιγότεροι να το βιώσουν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, όπως εγώ και εσύ, και κάπως έτσι αποδείξαμε πως εμείς αντέχουμε.
Αντέχουμε όχι γιατί είμαστε δυνατοί, αντέχουμε επειδή αυτό που νοιώθουμε είναι τόσο μα τόσο δυνατό και δεν μπορεί πλέον να τα βάλει κανένας μαζί μας, γιατί ψυχούλα μου η αγάπη μας αυτή είναι βγαλμένη από τα πιο όμορφα παραμύθια και εμείς την κάναμε πραγματικότητα.
Να σου πω και κάτι που δεν σου έχω πει ποτέ;
Άκου λοιπόν.
Συνέχεια σου έλεγα πως σε αγαπάω και δεν φοβήθηκα ποτέ πως θα το πάρεις επάνω σου, δεν φοβήθηκα ποτέ πως θα το εκμεταλλευτείς, ακόμα και τώρα, μετά από τόσο καιρό, σ ´αγαπάω χωρίς να έχω την παραμικρή αμφιβολία πως θα το εκμεταλλευτείς, και θα σου φωνάζω
σ´αγαπαω μέχρι να κλείσω για τελευταία φορά τα μάτια μου.
Να σου πω και ένα τελευταίο;
Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία ή όχι, δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό όμως, όμως αγάπη μου θα σε αγαπάω ακόμα περισσότερο και από τα παιδιά μας, ακόμα και αυτά για χάρη σου θα τα αγαπάω.
Σ´αγαπαω.
