Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Άλλο ένα απόγευμα που κατέβηκα στην θάλασσα. Δεν μπορώ μακριά της, είναι το καταφύγιο μου. Το μέρος που η ψυχή μου βρίσκει την γαληνή της.
Σιγά, σιγά ο ήλιος φεύγει και ξεπροβάλει λαμπερό το φεγγάρι. Τα φεγγάρια του Αυγούστου είναι τα ομορφότερα και συνάμα τα πιο θλιμμένα. Ίσως γιατί είναι αφιερωμένα σε όλους τους ανεκπλήρωτους έρωτες. Σε εκείνους που βρήκαν τον σωστό άνθρωπο, σε λάθος στιγμή.
Σε εκείνους που ήταν δυο σώματα, μα με μια ψυχή μονάχα. Όπως έχει πει και η αγαπημένη μου Emily Bronte ‘’whatever our souls are made of, his and mine are the same.’’
Ίσως επίσης γιατί μου θυμίζουν τα μάτια σου. Μπορεί το χαμόγελο σου να ήταν λαμπερό, μα τα μάτια σου είχαν πάντοτε μια απόκρυφη θλίψη.
Είμαι μόνη πλέον. Έφυγαν και οι τελευταίοι πριν από λίγο. Ξάπλωσα στην αμμουδιά και κοιτάζω τα αστέρια με μουσική υπόκρουση το ελαφρύ κύμα που έχει απόψε η θάλασσα και τα αγαπημένα σου τραγούδια, που παίζουν σιγανά. Ξεκίνησα κάτι τρελό.
Μετράω τα αστέρια. Όπως μετρούσα και τις ευτυχισμένες μας στιγμές, τα γέλια και τα πειράγματα μας. Μας, ακούς; Μας. Είχαμε κάτι δικό μας. Εγώ κι εσύ.
Κλείνω τα μάτια και σκεφτομαι, αναπολώ. Όλες εκείνες τις μέρες που οι ακτίνες της ευτυχίας ζέσταιναν γλυκά τα κορμιά μας. Άραγε θυμάσαι πως ξεκίνησαν όλα; Τις πρώτες μας λέξεις; Τα πρώτα γέλια. Τις πρώτες φορές που σε εκνεύριζα, το έκανα πάντοτε επίτηδες.
Πόσο λάτρευα τον και καλά θυμωμένο εαυτό σου. Θυμάμαι τότε που μου διάβαζες. Είχα κλείσει τα μάτια και προσπαθούσα πέρα από τις λέξεις σου, να απολαύσω την φωνή σου. Θυμάσαι τα αστεία μας;
Εκείνα που μόνο εμείς γελούσαμε, εκείνα που στους άλλους φαίνονταν παιδικά πειράγματα, για εμάς ήταν η πολύτιμη στιγμή της ημέρας. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
Η καλημέρα σου ήταν η πινελιά με το χρώμα στην γκρίζα καθημερινότητα μου. Μια καθημερινότητα άρρηκτα συνδεδεμένη μαζί σου .
Ένιωσα μια ψιχάλα στο πρόσωπο μου. Άρχισαν να μαζεύονται σύννεφα και το φεγγάρι κρύφτηκε από πίσω τους. Όπως μαζεύτηκαν και τότε στο γαλανό ουρανό μας. Δεν θα φύγω. Δεν θα προστατευτώ. Δεν φοβάμαι την βροχή.
Αντιθέτως θέλω να νιώσω κάθε σταγόνα της στο σώμα μου. Μήπως και νιώσω κάτι δικό σου. Τότε είχα φοβηθεί και μόλις ξέσπασε η μπόρα έτρεξα να κρυφτώ. Αυτή την φορά δεν θα το κάνω. Θα μείνω εδώ.
Μακάρι κι εσύ τότε να έμενες. Να βραχούμε μαζί, μαζί ως το κόκαλο. Χωρίς καμιά προστασία. Θα είχαμε ο ένας την αγκαλιά του άλλου για να ζεσταθούμε. Μα, δεν σου έφτανε μάτια μου. Βρήκες θαλπωρή αλλού.
Ξέρεις τι λατρεύω περισσότερο στην βροχή; Ότι μπορώ να αφήσω τα δάκρυα μου να τρέξουν, ελεύθερα, σαν ορμητικά ποτάμια, χωρίς να το καταλάβει κανείς ότι κλαίω. Έτσι και τώρα που θυμήθηκα τις μέρες που το χαμόγελο σου ήταν η λάμψη της ψυχής μου.
Μου έλειψαν εκείνες οι μέρες μάτια μου, μου έλειψαν πολύ. Κι εσύ μου λείπεις.
Δεν θέλω να σκεφτώ καμιά γκρίζα μέρα απόψε. Θα μπω στην θάλασσα, να κολυμπήσω στο φεγγαρόδρομο μήπως και στην άκρη του είσαι εσύ και ανταμώσω. Εις το επανιδείν.
