Γράφει η Κική Γ.
Περίμενα υπομονετικά με τη βαλίτσα στο χέρι. Το πολυτελές πούλμαν στάθμευσε δίπλα μου. Με ενθουσίασε το χρώμα του και όλη η εικόνα. Άνοιξε διάπλατα η ασημί πόρτα και ήρθες να βολέψουμε την αποσκευή και να με καλωσορίσεις. Με κοίταξες! Φορούσες γυαλιά. Φορούσαμε και οι δύο.
Τα μάτια σου όμως τα διέκρινα ξεκάθαρα. Σπίθες πέταξαν. Ένας ηλεκτρισμός δημιουργήθηκε από το πουθενά και σε λίγα δευτερόλεπτα είχανε ειπωθεί όλα.
Όλα τα ανείπωτα. Μίλησαν τα βλέμματα. Η χειραψία που ακολούθησε ήταν απλώς η επισφράγιση. Φτερά ανοίξαμε, πετάξαμε σε κόσμους μακρινούς, παραδεισένιους και το ταξίδι μας μόλις είχε αρχίσει. Παρακολουθούσες την κάθε μου κίνηση και όποτε συναντιόνταν οι ματιές μας, ένιωθα πως με διαπερνά κόκκινο ηλεκτρικό ρεύμα.
Οδηγούσες και νόμιζα πως πια δεν πατώ στη γη. Είχες καταφέρει να με μεταφέρεις εκεί που κυριαρχεί ο έρωτας, καταρρίπτονται τα πρέπει, σταματά η λογική και απλά τον ζεις. Με τρέλαινε η εικόνα σου μέσα στο γεμάτο στυλ και άποψη μαύρο κουστούμι σου και σ´ έγδυνα αργά και βασανιστικά. Το ίδιο έργο έβλεπες και εσύ και χτυπούσαν κόφτη όλες σου οι αισθήσεις.
Οι μέρες που ακολούθησαν έγνεθαν το όνειρο. Κάθε στιγμή μαρτυρικά γλυκιά, με την προσμονή να τελειώσει η εκδρομή και να πραγματοποιηθούν τα θέλω μας, δίχως αύριο. Επιστρέψαμε σε τρεις ημέρες. Με χαιρέτισες και μου παρέδωσες τη βαλίτσα κρατώντας μου σφιχτά το χέρι.
Ήμασταν σύμφωνοι. Δεν χρειαζόταν λόγια περιττά και εξηγήσεις. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, ήταν μια σφοδρή μετωπική και εμείς επιζώντες.
Από το “χαίρω πολύ” ξέραμε πως θα μπλέξουμε. Και μπλέξαμε πολύ και γίναμε ένα. Οι σκηνές που ταλαιπωρούσαν το μυαλό, εκτυλίχθηκαν βαθιά ποτισμένες με το πορφυρό χρώμα. Τα κορμιά μας παραδόθηκαν σε μια δίχως αύριο ηδονή και έσπασαν όλα τα κοντέρ. Τελικά, ένα “χαίρω πολύ” έφτασε. Ήταν δυνατό, αρκετό και μοιραίο!
