Γράφει η Αναστασία Κοζίμπα
Δε ξέρω αν ξύπνησα εκείνο το πρωί. Με μάτια κλειστά και με κινήσεις βουτηγμένες στη συνήθεια, κάπως βιαστικά βγήκα στο δρόμο. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου όλα μου τα χρόνια είχε περάσει καιρός που είχα δανειστεί την ζωή κάποιου άλλου για να με αντέξω. Κι έτσι ευτυχισμένα μέσα στην δυστυχία μου, κουράστηκα.
Στρυμωγμένα κάπου μέσα μου να συγκρούεται το παρελθόν με το σήμερα. Σαν ένα δανεικό πανωφόρι, το βράδυ το πετούσα από πάνω μου καθώς έμπαινα σπίτι, σιχαινόμουν βλέπεις τις επιλογές.
Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις, μου έλεγε η μάνα μου. Μα σα να μεγάλωσα πολύ, γύρισα την πλάτη στην λογική. Οικειοποιήθηκα τον πόνο και έπαψα να ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει. Δεν είσαι εδώ και είναι όλα ίδια.
Μία ξαφνική βροχή μέσα στη μέρα, σταμάτησα. Τιμωρούσα τον εαυτό μου με τόσο νερό επάνω μου ; Περαστικοί γινήκαν σταθεροί να με κοιτάζουν. Κάποιοι γέλασαν. Κάποιοι ένιωσαν και σα να έτρεξαν τα μάτια τους μαζί με τα δικά μου. Κανείς δε θα μάθει.
Συνήθισαν οι άνθρωποι να κρύβονται και κάπου εκεί στο βόλεμα τους, στο φαίνεσθαι · μεγάλωσε η μοναξιά μέχρι το τέλος. Πόσο μόνοι μέσα στις “τέλειες” ζωές μας, όλοι.
Ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι, να μπορέσω να καταπιώ αυτή την απουσία, βράδιασε. Κλειστά τα μάτια ακόμα μη τύχει και δω το κενό που έχεις αφήσει, προχώρησα. Προχώρησα κι εγώ μαζί με τα χρόνια . Μαζί με τις χαρές που αρνήθηκα. Πώς έφτασα έως εδώ;
Μεγάλωσα, και όλα αυτά που άφηνα για αύριο , σα να μη χωρέσανε στο τώρα. Σα να μην έφτασε ο χρόνος. Όλα αυτά που άφησα σε αναμονή, θηλιά στο λαιμό με πνίγουν . Είπα θα προλάβω, μα κάθε βήμα που πήγαινα να κάνω γονάτιζα.
Ξανά από την αρχή. Ένα βήμα τη φορά · δέκα σταματούσα. Σκέφτηκα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να τον αναγκάσω να επιστρέψει όλα αυτά που με τόση αφέλεια του χάρισα.
Γύρισα στο σπίτι , ότι είχε απομείνει μετά από το χαμό σου για να λέω σπίτι . Τα μάτια κλειστά , μηχανικά να περνάνε οι ώρες · με γέρασα.
Θέλησα να ανοίξω τα μάτια, αλλά συνέχιζα να μη βλέπω. Πώς να αλλάξω τη συνήθεια μιας ζωής! Κούρνιασα στη άκρη από το κρεββάτι και ανάγκασα τις μέρες να μη ξεχωρίζουν για να μη νιώθω ενοχές ότι χάνω κάτι. Και κάπως έτσι, μια ξαφνική βροχή στο σπίτι ξέσπασε.
Περάσανε τα χρόνια, περάσαμε κι εμείς. Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις, σκέφτηκα και κάτι μέσα μου γέλασε.
