Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Μπαίνεις στο κομμωτήριο γιατί χρειάζεσαι μια αλλαγή, μια ανανέωση. Κάθεσαι στην καρέκλα και λες στον κομμωτή, κόφτα όλα, κάνε με μια άλλη. Κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέπτη όμως όσο κι αν αλλάξεις τα μαλλιά είσαι ακόμα εσύ, ο ίδιος άνθρωπος. Ο άνθρωπος με τις ανασφάλειες, τα λάθη, τις δύσκολες μέρες, τον άθλιο χαρακτήρα. Είσαι ακόμα εκείνος που δεν συμβιβάζεται μα τα έκανες όλα πέρα για εκείνον τον έναν και μοναδικό.
Κοιτάς ξανά τον εαυτό σου και ζητάς από τον κομμωτή να τα πάρει κι άλλο. Μα πόσο ακόμα; Πήγες για καλύτερα και νιώθεις ήδη χειρότερα. Νιώθεις μιζέρια, νιώθεις σκατά.
Πληρώνεις, φεύγεις, μα δεν νιώθεις όπως άλλοτε. Δεν νιώθεις ανανεωμένη, δεν σε γεμίζει αυτό που έκανες και ξαφνικά δεν σου αρέσει και καθόλου. Γυρνάς σπίτι και συνειδητοποιείς ότι είναι όλα ίδια. Καμία αλλαγή. Το βλέμμα εκείνου που αγαπάς πιο πολύ και από εσένα περνάει εξεταστικά από πάνω σου.
«Είναι ωραίο», ψιθυρίζει αλλά δεν σε γεμίζει.
«Τι λες για μια εκδρομή;» ρωτάς διστακτικά.
«Πού να τρέχουμε τώρα;» η απάντηση.
Και κάπου εκεί έχεις αρχίσει να θυμάσαι το πριν. Το πριν αυτόν τον άνθρωπο, το πριν έρθει στη ζωή σου και γενικά το πριν. Δάκρυα στα μάτια μα τρέχεις στο μπάνιο μη σε δουν και σε παρεξηγήσουν. Μια μπουνιά στον καθρέφτη που δεν αντέχεις να βλέπεις άλλο και τα δεσμά σπάσανε. Μια μπουνιά και αίματα τριγύρω για να καταλάβεις ότι δεν αντέχεις άλλο, ότι βαρέθηκες, κουράστηκες και θες να κάνεις restart σε όλα.
Δεν μαζεύεις τα πράγματα σου αυτή τη φορά, ούτε σπας το σπίτι, ούτε κάνεις ακραιότητες. Παίρνεις την τσάντα σου, αφήνεις τα κλειδιά του σπιτιού και φεύγεις. Σταματάς να ακούς, σταματάς να βλέπεις και να σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι και τι θα πουν οι άλλοι.
Παίρνεις το αμάξι και πας εκδρομή.
