Γράφει η Ηρώ Αναστασίου.
Εκείνοι οι άνθρωποι που με πάτησαν.
Εκείνοι οι άνθρωποι που με πάτησαν και δεν μου έδωσαν νερό όταν διψούσα.
Εκείνοι οι άνθρωποι που με πόνεσαν και δεν μου έδωσαν ανάσα όταν πνιγόμουν.
Όλοι εκείνοι που δεν άκουσαν τα μοιρολόγια μου τις στιγμές που θρηνούσα, που δεν μοιράστηκαν τον τρόμο μου τις στιγμές που πονούσα.
Όλοι αυτοί που τάχα με αγάπησαν, όλοι αυτοί που με λάτρεψαν και στο χέρι τους κρατούσαν απ’το πρωί το μαχαίρι.
Εκείνοι που βρέθηκαν στην ζωή μου με την συγγένεια αίματος, εκείνοι που συνάντησα τυχαία.
Όλοι εκείνοι που περπάτησαν στον δρόμο μου κι ανάσα τους έδωσα, πνοή απ’ την ψυχή μου τους πότισα.
Εκείνοι που με παρέδωσαν χωρίς τύψεις στα σκοτάδια μου.
Που μ’άφησαν να αιμορραγώ, να ουρλιάζω απ’τον πόνο.
Που με πότισαν δηλητήριο τις ώρες που εγώ ζητούσα νερό.
Ένα πτώμα ήμουνα, αλλά δεν το κατάλαβε κανείς.
Ένα ερείπιο που μάζευε τα κομμάτια του μέχρι να μπορέσει να ξανά σηκωθεί.
Κι όλοι εσείς γελάσατε, γιατί πιστέψατε ότι ήμουνα δυνατή.
Και δεν θρηνήσατε ποτέ για την δύναμη μου, παρά μονάχα μου πετάξατε τα ψίχουλα συμπόνοιας που εγώ μισούσα.
Στην δική μου επιβίωση πλέον δεν υπάρχουν ψέματα, μονάχα η αλήθεια μου, αυτήν που σέβεται τον άνθρωπο.
Αυτήν που αγκάλιασα όταν κατάλαβα ότι δεν μπορώ άλλο να ζήσω μαζί σας, αυτήν που αγκάλιασα όταν έμεινα μόνη μου.
Αυτήν που θα αγκαλιάζω κάθε φορά που θα τρέμω από μοναξιά, αυτήν την μοναξιά που δεν θα με κάνει να ντρέπομαι.
Γιατί ντρέπομαι όταν δεν λέω αλήθεια, ντρέπομαι όταν υποκρίνομαι, ντρέπομαι όταν δεν αγαπώ.
Γιατί είναι δύσκολη η μοναξιά, αλλά αποπνέει αλήθεια και η αλήθεια θέλει μαγκιά και τόλμη.
Ήθελα να εξαγνιστώ απ’το παρελθόν, να μην θυμάμαι τίποτα απ’την ήττα μου και να παλέψω ισάξια στο παρόν.
Στην δική μου μάχη πλέον δεν χωράει κανένας άλλος, παρά μονάχα ένας αληθινός άνθρωπος.
Κι όλοι εκείνοι που πέρασαν και με πλήγωσαν δεν ήταν άλλοι, παρά ο γκρεμός μου.
