Γράφει η Άντρη Φλουρέντζου
Ήμασταν άνθρωποι που δεν ανεβήκαμε μαζί στο καράβι..
Σου ζήτησα να δώσεις το όνομα μου στον φάρο.
Έτσι όταν τον κοιτούσες θα έβλεπες εμένα να σου χαμογελάω, να σου δείχνω πορεία παρόλο που θα ήμουν ένα σώμα στην στεριά.
Έτσι και αλλιώς οι φάροι έχουν συνηθίσει την μοναξιά. Έτσι δεν είπες; Θα συνηθίζαμε..
Σου ζήτησα να δώσεις το όνομα μου στην θάλασσα.
Μια αλμυρή αγκαλιά που θα σε δρόσιζε και θα σε χάιδευε. Καταγάλανη και ήρεμη στην αγκαλιά σου.
Μα μόνο γκρι και αγριεμένη ήμουν μακριά σου…
Δεν ήμουν το λιμάνι σου.
Δεν έγινα Ιθάκη.
Το ξέραμε. Τις φουρτουνες του νερού, θα τις αντιμετώπιζες εύκολα. Δεν είσαι από αυτούς που εγκαταλείπουν όταν συναντούν δυσκολίες. Γνήσιος Οδυσσέας, αλλά όχι ο δικός μου…
Την έμαθες καλά την θάλασσα, το έφαγες με το κουτάλι το γαλάζιο της.
Αλλά το ξέραμε ότι από τις δικές μας φουρτούνες μοναξιάς, δεν θα επιβιώναμε.
Είσαι παιδί της θάλασσας. Θυμάμαι να μιλάς για εκείνη και να λάμπουν τα μάτια σου. Η μεγαλύτερη ανταγωνίστρια που είχα ποτέ. Ηττήθηκα. Ηττήθηκα μα δεν την μίσησα και ας σε κράτησε μακριά μου.
Και όταν από ναύτης, γίνεις καπετάνιος εγώ θα χαρώ να το ξέρεις. Θα χαρώ πολύ όταν μάθω ότι θα κυβερνήσεις ένα καράβι!
Αυτό δεν ήθελες άλλωστε;
Μα να προσέχεις από τους Κύκλωπες. Να προσέχεις από τον θυμωμένο Ποσειδώνα, από την Κίρκη και τις Σερήνες.
Ετσί και αλλιώς μια χαρά κατάφερες να κυβέρνησεις το πλοίο της καρδιάς μου όσο ήσουν στη στεριά, στα καράβια θα κολλήσεις;
Το μόνο που θα ζητήσω είναι να με σκέφτείς μόνο μια φορά, μια φορά όταν θα στέκεσαι στην άκρη του πλοίου, σε εκείνο το σημείο που είναι πιο ψηλά από όλα.
Μην ξεχάσεις εκείνη την κόρη της στεριάς που άφησες πρωτού κρατήσεις…
Αντίο Καπετάνιε μου..
