Το τελευταίο μας βράδυ πάνω στο κρεβάτι, μου είπες πως ίσως κάποτε ξαναείμαστε μαζί.
Μου άφησες το τελευταίο σου τσιγάρο πριν φύγεις για παρηγοριά απόψε, έτσι είπες.
Θυμάσαι τι σου απάντησα;
Θα είναι εδώ όταν ξαναρθεις, θα σε περιμένει, όπως κι εγώ.
Ακόμα περιμένω. Είμαι εδώ ακόμα και σε περιμένω.
Δεν μπορεί να ξέχασες όλα αυτά που λέγαμε.
Όλα αυτά που μου έλεγες τα βράδια.
Που σε έστελνα για πατατάκια, που ερχόσουν κρυφά κι έφευγες κρυφά για να μην σε δούνε, τα βράδια που κοιμόμασταν αγκαλιά και δεν με άφηνες να φύγω.
Βασικά εσύ κοιμόσουν πιο πολύ κι εγώ καθόμουν και σε χάζευα κι ας με έλεγες χαζή που δεν κοιμάμαι.
Ένα πρωί, έκατα το λάθος κι έφυγα γιατί δεν μπροούσα να κοιμηθώ και δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.
Νευρίασες που άνοιξες τα μάτια σου κι εγώ δεν ήμουν εκεί.
Με έβαλες να σου υποσχεθώ πως δεν θα ξαναφύγω.
Θυμάσαι τι μου υποσχέθηκες εσύ;
Ότι ποτέ δεν θα κοιμηθούμε τσακωμένοι, χωριστά.
“Ποτέ κοριτσάκι μου”, μου είπες.
Έτσι με έλεγες, εκτός από μωρό σου.
Τι να ξεχάσω;
Μπορεί να ήταν λίγος ο καιρός κι ασήμαντος αλλά είναι τόσα που περάσαμε μαζί, που ακόμα κι αν δεν λέγονται, μένουν χαραγμένα.
Τώρα, πού είσαι;
Της Ναταλίας Τζώρτζη
