Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Δεν έχω κάποιο λόγο να μείνω. Ό,τι είχα να πω, το είπα. Λέξεις βαριές που δε συνηθίζω να λέω, λόγια φτηνά που δεν είναι του γούστου μου. Ό,τι είχα να κάνω, το έκανα. Διέγραψα συνήθειες που μας ήθελαν μαζί, άφησα πίσω κάθε σημάδι που με ήθελε κοντά σε κάτι παλιό. Ακόμα και φωτογραφίες παλιές δεν ήθελαν να με κοιτάζουν μέσα στη μέρα. Το χαμόγελο είχε ξεθωριάσει στο παγωμένο φως της κουζίνας, ενώ οι φιγούρες μού έμοιαζα ξένες .
Τα χρόνια είχαν κυλήσει αντίθετα προς τα συναισθήματά μας και η κλεψύδρα είχε απορροφήσει και τον τελευταίο της κόκκο. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να την αναποδογυρίσω και πάλι απ’ την αρχή… Δεν το έκανα όμως. Θέλω να αλλάξω, το είπα, και η κλεψύδρα θυμίζει εσένα. Κάτι που με κρατάει στο χτες και δε μπορώ να γυρίσω.
Το χαρτί κάηκε πάνω στη δυνατή φλόγα του τζακιού. Πορτοκαλί, κόκκινο, μαύρο. Χρώματα της φωτιάς που καθαρίζουν τη σκέψη από καθετί βρώμικο και ξένο. Τα μάτια μου πάγωσαν με τη ζεστή της ανάσα. Το βλέμμα μου έμεινε κολλημένο χωρίς να κουνήσουν τα βλέφαρα. Για κάμποση ώρα ταξίδευα σε εικόνες που θα ήθελα να ζήσω. Μια νύχτα στο Παρίσι και στο Μουλέν Ρουζ, μια βόλτα στην ξηρή Αίγυπτο θαυμάζοντας μεγαλεία πολιτισμού, ένα ζεστό τσάι στο βροχερό Λονδίνο χαζεύοντας μέσα από τη τζαμαρία τον κόσμο και τα ταξί που περνούν. Έχω τόσα να κάνω ακόμη και θέλω τόσα ακόμα να ζήσω…
Ξέχασα τη φωτιά και τα μάτια μου επέστρεψαν στην υγρή μέρα του Δεκέμβρη του 17’, στο διαμέρισμα της Πορτάλιου, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Όλα ήταν τόσο μαγικά στο τζάκι, στον κόσμο της φλόγας που καίει και ζεσταίνει τη ψυχή σου. Τώρα είναι το παρόν που χρειάζεται φλόγα. Σίγουρα θα βρεθεί χρόνος για νέο έρωτα, ένα πάθος τρελό που λαχταρά κάθε σκοτεινιασμένη καρδιά.
Προτού κοιτάξω τον έρωτα θέλω να βρω τον εαυτό μου. Να φτιάξω κολλάζ από όνειρα που παίρνουν σειρά για το τραίνο, να γεμίσω το κενό που υπάρχει ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο που με περιμένει. Οι βαλίτσες δεν είναι δύσκολο να φτιαχτούν. Το διαμέρισμα της Πορτάλιου θα είναι στο χτες…
