Γράφει η Λέλα Σακήλια
Είναι η φωνή σου που αλλάζει όταν μου μιλάς. Χαμηλώνει, σαν να προσπαθεί να κρύψει έναν ψίθυρο.
Είναι εκείνο το “σ’αγαπώ” που δεν ξεστομίζεται.
Το “σε θέλω” που το νιώθουμε κι οι δυο. Είναι που κι απόψε θα ήθελα να είσαι εδώ. Να κάτσουμε σε αντικριστούς καναπέδες και να δούμε ταινία.
Να αποκοιμηθείς και να σε αφήσω να δεις ήρεμα όνειρα.
Να μου μαγειρέψεις ξανά και να μου μιλάς.
Για ταξίδια, για ανθρώπους που διασταυρώθηκαν στο διάβα σου, για βιώματα ζωής.
Να σε ακούω και να προσπαθώ να χαθώ στις εικόνες σου. Κι ας μου μένει αυτό το παράπονο, “γιατί όχι 10 χρόνια πριν;”
Είναι η φωνή σου που σε προδίδει. Χαμηλώνει και σαν αιώνιος έφηβος κρύβει την τρυφερότητα πίσω από λέξεις κοινότυπες. Γιατί η λογική σου μπορεί να βάζει όρια, αλλά η φωνή σου είναι από μόνη της μια επαναστάτρια δύναμη που δεν την ορίζεις.
Δεν την ορίζεις όταν με μαλώνεις σαν παιδί, δεν την ορίζεις όταν με λες “κοριτσάκι”. Δεν την ορίζεις όταν καταπατά τα ηλίθια όριά σου και με κρατάει εκεί.
Εκεί απ’ όπου προσπαθείς με τόσο κόπο να με διώξεις “για το καλό μου”.
Μα δεν στο είπε κανείς, πως από έρωτες ίσως και να φύγεις αν τρομάξεις, κι από αγάπες ακόμα αν κουραστείς.
Μα από τον άνθρωπό σου, από αυτό που αγγίζει κάθε σκοτάδι μέσα σου, δεν φεύγεις ποτέ.
Κι είμαι σίγουρη, πως δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω το γιατί…
